Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Το αίτημα εξόδου από το ευρώ ως όψη της αστικής πολιτικής

Aποτελεί το πλέον διαδεδομένο αίτημα στους κόλπους της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας το αίτημα για έξοδο από το ευρώ που συνδυάζεται με επιστροφή στην δραχμή, υποτίμηση του εθνικού νομίσματος ώστε να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα, επιβολή απαγορεύσεων στην κυκλοφορία του κεφαλαίου ώστε να αποφευχθεί η διαρροή κεφαλαίων προς το εξωτερικό, με στόχο μια «διαφορετική» συνταγή τόσο στο επίπεδο της παραγωγικής διαδικασίας όσο και στο συνολικότερο ζήτημα της εθνικής οικονομικής ανάπτυξης.

Η προβληματική αυτής της πολιτικό-οικονομικής προσέγγισης έγκειται σε δύο βασικά ζητήματα :

1. Αυτή η πρόταση είναι εφικτή, μέσα στους κόλπους της ΕΕ, με την δεδομένη θέση της ελληνικής αστικής στο διεθνές καπιταλιστικό πλέγμα ;

2. Συνδέεται αυτή η πρόταση με μια «αντισυστημική» έστω αριστερή προοπτική για την ελληνική κοινωνία ;

Αποτελεί βασικό ερώτημα αν είναι εφικτή μια έξοδος από το ευρώ αν αυτή δεν είναι απόρροια μια πολιτικής επιλογής συνολικής εξόδου από την ΕΕ ως καπιταλιστικού πολιτικού και οικονομικού μηχανισμού ολοκλήρωσης, Είναι γνωστές οι απόψεις που προσπαθούν, να συγκρίνουν το ελληνικό αστικό υπόδειγμα , με λατινοαμερικανικά ή άλλα κοινωνικό-οικονομικά υποδείγματα, υποστηρίζοντας πως είναι εφικτή μια μονοδιάστατη έξοδος από το ευρώ, κατανοώντας το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είτε ως νομισματικής υφής, είτε ως κρίση δημοσίου χρέους, είτε ως κρίση ανταγωνιστικότητας. Με δεδομένη αυτή την παραδοχή εκφράζεται η αντίληψη ότι μια αποδέσμευση από το ευρώ θα οδηγήσει σε αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, μέσω μιας γενναίας υποτίμησης του εθνικού νομίσματος , που θα επιτρέψει στην ελληνική –καπιταλιστική- οικονομία να εισέλθει σε τροχιά ανάπτυξης.

Πρωτίστως να ξεκαθαρίσουμε ότι αν και αυτή η θέση εκφράζεται από αριστερές συνιστώσες του πολιτικού συστήματος δεν είναι παρά μια σαφέστατη αστική πολιτική πρόταση που δεν αμφισβητεί τις βασικές οικονομικές παραμέτρους της καπιταλιστικής οικονομίας, αντίθετα εντάσσεται οργανικά σε αυτές. Σε αυτό το πλαίσιο θα προχωρήσουμε στην εξέταση και αξιολόγηση αυτής της πρότασης, ως αστικής πρότασης απόρροια μιας νεοκεϋνσιανής οικονομικής προσέγγισης της καπιταλιστικής κρίσης γενικά και του ελληνικού ζητήματος ειδικότερα. 

Από αυτή την σκοπιά η εν λόγω πρόταση σε επίπεδο οικονομικής αξιολόγησης, αποτελεί μια σοσιαλδημοκρατική απόπειρα οικονομικής διαχείρισης μιας δομικής καπιταλιστικής κρίσης , μη φέρνοντας εις πέρας ωστόσο, ούτε και αυτή της την επιδίωξη. Καθώς μια τέτοια επιλογή δεν θα οδηγούσε σε καμία περίπτωση αυτόματα σε μια αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας δεδομένου ότι, δεν αρκεί να προσφέρεις στις διεθνείς αγορές φθηνά προϊόντα –του πρωτογενή τομέα κυρίως που εξάγει η ελληνική οικονομία- αλλά είναι ανάγκη να υπάρξει μια τέτοια αύξηση της ζήτησης αυτών των εμπορευμάτων, ώστε να καλυφθούν οι εσωτερικές ανάγκες ρευστότητας, αυτή η ρευστότητα να οδηγηθεί σε δημόσιες επενδύσεις, που θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας, και αύξηση της ενεργούς ζήτησης.


Ωστόσο μια τέτοια προοπτική είναι περίπου αδύνατη δεδομένου ότι η όποια αύξηση των εξαγωγών, δεδομένου ότι αυτή θα αφορά κυρίως προϊόντα του πρωτογενούς τομέα που χαρακτηρίζονται από ανελαστικότητα ζήτησης σε διεθνές επίπεδο, δεν θα είναι σε θέση να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες ρευστότητας, θα οδηγήσει σε νέο δανεισμό, σε αύξηση του δημοσίου χρέους και εν τέλει σε ένα φαύλο κύκλο στασιμότητας και αποανάπτυξης. Ακόμη και μια επιλογή απαγόρευσης κυκλοφορίας του κεφαλαίου με την επιβολή δασμών, είναι περίπου αδύνατο να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα δεδομένου ότι όλο αυτό το σενάριο εκτυλίσσεται σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομίας, και όχι σε ένα περιβάλλον σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, που μπορεί να επιβληθεί από μια ολιστικά διαφορετικού τύπου εργατική εξουσία που θα παράξει και ένα τελείως διαφορετικό οικονομικό μοντέλο.

Το σύνολο αυτής της πρότασης, αποτελεί μεταφυσική προοπτική ακριβώς γιατί δεν αμφισβητείται η ίδια η ουσία της καπιταλιστικής οικονομίας, της καπιταλιστικής δομής της παραγωγικής διαδικασίας και οι βασικές πυλώνες του αστικού πολιτικού συστήματος Αποτελεί μια παρελκυστική προσπάθεια, να αγνοηθεί και να προσπεραστεί το βασικό κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό δίλλημα, που αφορά στην συνολική στην καθοριστική αλλαγή στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας και τους οικονομικού πεδίου πάνω στο οποίο αυτή υφίσταται και πραγματώνεται . Είναι τελείως αδύνατο να βρεθούν τεχνικές , ή οικονομικές λύσεις που θα οδηγήσουν την ελληνική οικονομία σε ανάπτυξη αν αυτές δεν έχουν στον πυρήνα τους και δεν στηρίζονται στην περαιτέρω ποιοτική και ποσοτική αφαίμαξη της εργατικής δύναμης. Επιπρόσθετα είναι τελείως ανεδαφικό, να προτείνονται αριστερά, οικονομικά πακέτα επίλυσης τους ελληνικού προβλήματος χωρίς να λαμβάνεται υπόψη, το πολιτικό πεδίο, οι κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί και να αφήνεται αλώβητο το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας.

Συνεπώς οι αριστερές προτάσεις που υπερθεματίζουν περί εξόδου από το ευρώ, υποπίπτουν σε μια διπλή παγίδα. Από την μια αρνούνται να κατανοήσουν ή να ομολογήσουν ότι πρόκειται για μια καθαρά αστική πρόταση διαχείρισης της οικονομικής κρίσης που αφήνει ανέγγιχτο το κοινωνικό ζήτημα , και απ ΄ την άλλη δεν κατανοούν ότι ως αστική πρόταση δεν έχει γίνει και δεν πρόκειται να γίνει δεκτή από το αστικό πολιτικό σύστημα που έχει επιλέξει την με κάθε κόστος πρόσδεσή του στην ΕΕ, την ΟΝΕ και το ευρώ. Κάτι που για την αστική τάξη αποτελεί πολιτική και οικονομική επιλογή επιβίωσης καθώς αντιλαμβάνεται ότι στο δεδομένο πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον και με δεδομένη την θέση της στο διεθνή και ευρωπαϊκό ανταγωνισμό μια τέτοια επιλογή θα ήταν επιλογή αυτοχειρίας. Συμπερασματικά η έξοδος από το ευρώ ως αστική πρόταση «αριστερών» φορέων είναι μια λάθος πρόταση, σε λάθος πολιτικό και οικονομικό timing, σε ότι αφορά στις ανάγκες της αστικής τάξης, ενώ δεν μπορεί ταυτόχρονα να προσφέρει την ελάχιστη ελπίδα , την ελάχιστη προοπτική στην εργατική τάξη. 

Το δεύτερο ζήτημα αφορά στο αν αυτή η πρόταση είναι «αντισυστημική» δεδομένου του ισχυρισμού μας ότι δεν μπορεί να την αποδεχθεί η αστική τάξη καθώς δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της. Είναι μια πρόταση που δεν συνάδει με τις τωρινές ανάγκες της ελληνικής αστικής τάξης, δεδομένου ότι δεν είναι σε θέση να ανακάμψει στον διεθνή και ευρωπαϊκό ανταγωνισμό εκτός του πλαισίου που τίθεται από την ΕΕ. Από αυτή την σκοπιά δεν είναι μια αστικά μη ενσωματώσιμη πρόταση, απλά είναι μια αστική πρόταση που αναφέρεται σε προηγούμενη καπιταλιστική φάση, σε πρότερα καπιταλιστικά δεδομένα που σε τελικό επίπεδο εκπροσωπεί τις πιο καθυστερημένες «πατριωτικές» πλευρές της αστικής τάξης, σε μια απόπειρα να αποφύγει, και το πράττει να πάρει θέσει και να επιλέξει πλευρά στη ταξική πάλη, επιλέγοντας ταυτόχρονα να επιδράσει στις εσωτερικές αντιθέσεις της αστικής τάξης, στοιχιζόμενη με τις πλέον καθυστερημένες εκφάνσεις αυτής.

Η επιλογή εξόδου από το ευρώ αν και εμφανίζεται ως μια αντισυστημική πολιτική πρόταση δεν είναι παρά μια εκκωφαντική υπεκφυγή από το βασικό πολιτικό επίδικο της περιόδου που αφορά στην άμεση έξοδο από την ΕΕ και την συνολική αποδέσμευση από κάθε ευρωπαϊκή πολιτική και οικονομική ολοκλήρωση. Μια τέτοια πολιτική επιλογή, μια σύγκρουση δηλαδή με την συνολική ευρωπαϊκή επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης, ωστόσο προϋποθέτει διαφορετική πολιτική πρόταση, διαφορετική ανάγνωση της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας και εν τέλει μια τελείως διαφορετικού τύπου αριστερά που στην συγκεκριμένη πολιτική περίοδο δεν υφίσταται. Είναι αλήθεια πως μια γραμμή που εδραιώνεται και στηρίζεται πάνω στην πολιτική και οικονομική επιδίωξη της εξόδου από την ΕΕ, είναι απαραίτητο να εμφορείται και από μια όντως αντισυστημική πολιτική και οικονομική θεώρηση, που τοποθετείται από την πλευρά των εργατικών συμφερόντων και όχι εστιάζοντας σε μια γενικόλογη ανάγκη εθνικής ανάπτυξης.

Ένα τέτοιο πολιτικό αίτημα αναγκάζει τον φορέα της να τοποθετηθεί συγκεκριμένα στο ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, στο ζήτημα του οικονομικού μοντέλου που θα υιοθετήσει μια τέτοια πολιτική εξουσία, που δεν μπορεί παρά να είναι η εξουσία των εργατών, και να περιγράψει αλλά και να πραγματώσει τον κοινωνικοπολιτικό φορέα το κοινωνικοπολιτικό υποκείμενο που θα επιβάλλει, και δεν θα αιτηθεί μια τέτοια επιλογή. Το αίτημα της εξόδου από την ΕΕ, δεν μπορεί να αποτελεί μια φρασεολογία κενού περιεχομένου, και είναι τέτοια αν δεν συνοδεύεται από ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση που ξεκάθαρα θα θέτει το ζήτημα των κοινωνικών και πολιτικών μορφών που θα την πραγματοποιήσουν, αν δεν θέτει δηλαδή με σαφή τρόπο την ανάγκη οργανωτικής, πολιτικής και κοινωνικής εμφάνισης ενός εργατικού ρεύματος που θα βάζει το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ ως απόρροια της επιλογής της επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλισμού και της κοινωνικής επανάστασης.

Οι αντικειμενικές κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές συνθήκες καθιστούν ως μη ρεαλιστική οποιοδήποτε αίτημα, που αποπειράται να «φτιασιδώσει» τις πιο αιχμηρές πλευρές του ελληνικού καπιταλισμού. Η φενάκη, επιστροφής σε μια κατάσταση κοινωνικής νηνεμίας και οικονομικής ευημερίας διαψεύδεται από τις ίδιες τις συνθήκες και από την ίδια την ολομέτωπη επίθεση της αστική τάξης. Σε περιόδους καπιταλιστικών κρίσεων όπως αυτή που βιώνουμε , καταλύονται ή έτσι πρέπει τουλάχιστον, οι όποιες αυταπάτες περί κεϋνσιανής ειρηνικής συνύπαρξης εκμεταλλευτών και εκμεταλλευόμενων. Η ίδια η αστική τάξη τις καταλύει , η οποία υπερασπίζεται την κεντρική της επιλογή παραμονής στη ΕΕ, μετατρεπόμενη σε ωμό ληστή της απόλυτης υπεραξίας- με τις μειώσεις μισθών και συντάξεων, και την κατάργηση των ΣΣΕ- διαλύοντας ταυτόχρονα ολόκληρες κατηγορίες του πληθυσμού με μόνο στόχο να απαντήσει στις ανάγκες κερδοφορίας της.

Η δημιουργία ψευδούς πραγματικότητας από την αριστερά, ότι είναι δυνατόν να υπάρξει αποχώρηση από το ευρώ, και να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε πλεονάσματα που θα μοιραστούν στον κόσμο της εργασίας, είναι τόσο ψεύτικη όσο το να ισχυρίζεται κάποιος ότι είναι δυνατή η έξοδος από την ΕΕ αν αυτή δεν επιβληθεί από την ίδια την εργατική τάξη, οργανωμένη ως ένα συνεκτικό ταξικό κοινωνικοπολιτικό ρεύμα ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας.

Καμιά αριστερή κυβέρνηση ενταγμένη στο αστικό πολιτικό σύστημα και προκύπτουσα από αυτό δεν είναι σε θέση όχι μόνο να αποχωρήσει από την ΕΕ αλλά ούτε να θέσει καν το ζήτημα εξόδου από αυτή, αν αυτό δεν έχει γίνει πολιτικό αίτημα του κόσμου της δουλειάς, ενταγμένο στη καθημερινή πολιτική πάλη και αιτία δημιουργία ενός ρεύματος που με αναφορά σε αυτό θα οδηγείται στην αμφισβήτηση και στο ξήλωμα της αστικής εξουσίας. Η λύση της αντίθεσης κεφάλαιο-εργασία δεν βρίσκεται σε αστικές συνταγές διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης, δεν κατασκευάζεται ιδεατά σε κομματικά γραφεία και συναντήσεις αριστερών κορυφών, αλλά αποκτά σάρκα και οστά στην ίδια την καθημερινότητα της ταξικής πάλης.

Στην πολιτική περίοδο που διανύουμε το επίδικο, είναι η άμεση έξοδο από την ΕΕ, η συνολική σύγκρουση με τις κεντρικές επιλογές της αστικής τάξης από ένα εργατικό κοινωνικοπολιτικό ρεύμα που σε επίπεδο οργάνωσης, σε επίπεδο μετωπικής έκφρασης και κινήματος, θα προχωρά μέρα με την μέρα, αγώνα με τον αγώνα, προς τον τελικό στόχο της κοινωνικής επανάστασης, καθιστώντας σαφές στο ταξικό αντίπαλο ότι δεν έχει να κάνει με μια βολική αριστερά, της αστικής γυάλας και της ενσωμάτωσης, αλλά με ένα κομμουνιστικό εργατικό ρεύμα αποφασισμένο να απαιτήσει και να πάρει την πολιτική εξουσία.

Πηγή: Praxis

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.