Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

"RealPolitik" μέρος δεύτερο


του Άρη Τσιούμα
(το πρώτο μέρος μπορείτε να το βρείτε εδώ)


Μια ανάλυση πάνω στην πολιτική συγκυρία & μια πρόταση για ένα Πλαίσιο Διαλόγου πάνω στην Οργάνωση των δυνάμεων του Κοινωνικού Επαναστατικού Αναρχικού Κινήματος



ΣΥΡΙΖΑ: Ας δούμε τώρα το βασικό πολιτικό μόρφωμα που εκπροσωπεί τον πιο παραδοσιακό σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό. Πριν απ’ όλα για να εξηγούμαστε ρεφορμισμός = πολιτική συνεργασίας των τάξεων. Στην περίπτωση του Συνασπισμού δεν πρόκειται για κάποιον «αρνητικό χαρακτηρισμό» αλλά για την ωμή πραγματικότητα. Είναι πολύ λογικό ένα κόμμα -έστω με «προοδευτικές» ρίζες στα ζητήματα του καπιταλιστικού επικοδομήματος- το οποίο συσπειρώνει παραδοσιακά μεσοαστικά στρώματα να έχει κάνει κυρίαρχη αφήγησή του τον ρεφορμισμό. Τι σημαίνει αυτό; Η πολιτική στρατηγική του ΣΥΝ είναι να συμπτύξει ένα μέτωπο παναριστερής διακυβέρνησης η οποία θα μεταρρυθμίσει την κοινωνία ανασταίνοντας από τον τάφο την παλιά καλή σοσιαλδημοκρατία μέσα στα υπάρχοντα πλαίσια της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο ΣΥΝ ως Alter ego της σοσιαλδημοκρατίας «του κεντρικού σχεδιασμού» του ΚΚΕ, εμφανίζεται το ίδιο πολιτικά παρανοϊκός όσο αφορά την στρατηγική του. Ξεκινώντας από το πολιτικό πρόταγμα της παναριστεράς κανείς δεν αναφέρεται στο βασικό πρόβλημα μαρξικής φύσης. Ότι η «παναριστερά» είναι ένα διαταξικό πολιτικό σχήμα. Δυστυχώς στην Ελλάδα αυτή η παπάρα που ονομάστηκε λενινισμός κατάφερε να γαμήσει τόσο ανερυθρίαστα την κοινωνική σκέψη ώστε να αχρηστεύσει και αυτόν τον ίδιο τον Μαρξ, τον οποίο ο μέντορας του ρεύματος προσπαθούσε να «αποκωδικοποιήσει». Με λίγα λόγια το πολιτικό έχει επικαθορίσει σε τέτοιο βάθος το κοινωνικό ώστε όλοι σχεδόν μπορούν να καταρτίζουν ένα εγκεφαλικό σχέδιο ερήμην της κοινωνίας. Θα μπορούσαν να ξεχάσουν εντελώς ότι υπάρχει και ένα συλλογικό σώμα βάσης εάν δεν ήταν υποχρεωμένοι να υπακούν ακόμα στη φενάκη της δημοκρατίας. Αυτή η αναφορά γίνεται εδώ για να καταδείξει μια βασική «ανωμαλία». Όλοι εντοπίζουν το πελώριο χάσμα που χωρίζει τα «αριστερά πολιτικά σχήματα» μεταξύ τους επικεντρώνοντας στην φαντασιακή πολιτική αντίληψη που έχει διαμορφώσει κάθε σχηματισμός. Έτσι λοιπόν όλοι επισημαίνουν ότι το ΚΚΕ δεν μπορεί να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ γιατί το ΚΚΕ είναι κομμουνιστές και σταλινικοί σοβιετικοί ενώ ο ΣΥΝ είναι φιλοευρωπαίοι σοσιαλιστές, ή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να συνεργαστεί με την ΔΗΜ.ΑΡ γιατί οι μεν είναι «ακραίοι» ενώ οι δε ρεαλιστές κλπ. Κανείς όμως σε αντίθεση με την «πολιτική οξυδέρκεια» δεν καταδεικνύει το βαθύτερο πρόβλημα, το οποίο εύκολα θα μπορούσαμε να το εντοπίσουμε εάν επικεντρώναμε στις διαφορές που έχει ένας καθηγητής πανεπιστημίου που θέλει να συμμετάσχει στις εκλογικές διαδικασίες που προβλέπει το νέο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο για την εκλογή συμβουλίου διοίκησης από τον σερβιτόρο-φοιτητή του οποίου ο πατέρας έχει 6 μήνες που απολύθηκε και μάλλον δεν τον πολυσυμφέρει να προχωρήσει το σχέδιο ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης. Κι εδώ ξεγυμνώνεται το αίσχος του έθνους των γυμνοσαλιάγκων. Δεν θα μπούμε καν στον κόπο να τοποθετήσουμε τον καθηγητή με τον φοιτητή σε διαφορετικούς σχηματισμούς της Αριστεράς θα μπορούσαν κάλλιστα να ανήκουν και οι δυο στον ίδιο σχηματισμό. Άλλωστε λίγοι ηλίθιοι πλην φτωχοί συνωστίζονται εσχάτως κάτω από τα αρχίδια του νέου σωτήρα, Κουβέλη; Ή μήπως λίγοι μεσοαστοί τιμούν τη μνήμη του αντάρτη πατέρα τους κόβοντας πάντα το μεγαλύτερο κουπονάκι από αυτά που διαθέτουν με εθελοντική εργασία οι άνεργοι φοιτητές της ΚΝΕ; 

Όλο και παραπάνω πιστεύω ότι ιδεολογικός πατέρας της παναριστεράς είναι ο Νετσάγιεφ. Ας επανέλθουμε όμως στην “RealPolitik” του ΣΥΡΙΖΑ. Αφού λοιπόν έχει βρει τον τρόπο να έρθει στην εξουσία με αυτό το αρραγές πολιτικό μέτωπο, [για το οποίο εκκρεμεί μοναχά μια λεπτομέρεια να ειπωθεί, και όλα θα έχουν μπει ήδη στη θέση τους, δηλαδή «τίνος το δίκιο θα δικάσει;»] συνεχίζει αγέρωχος τις λογικές τοποθετήσεις. Ωσάν να μην υπήρξε ποτέ κρίση, ωσάν να μην υπήρξε ποτέ έκρηξη της χρηματοπιστωτικής φούσκας ωσάν να μην πέθανε ποτέ η σοσιαλδημοκρατία της Δ. Ευρώπης, ο ΣΥΝ πετυχαίνει το εξής θαύμα: η Ελλάδα παραμένει στην Ε.Ε., η διαφωνία Τσίπρα – Λαφαζάνη λήγει αισίως και αποφασίζουν εάν θέλουν δραχμή ή Ευρώ [λές και έχει καμιά σημασία] ανασταίνουν όλους τους θεσμούς του κράτους πρόνοιας χωρίς να πειράξουν τρίχα από το μαλλί του διεθνούς και ντόπιου κεφαλαίου παρότι όλοι γνωρίζουν ότι αυτή είναι μια κρίση υπερσυσσώρευσης. Δεν μεταλλάσουν ούτε τον τρόπο παραγωγής ούτε την ιδιοκτησία, παγώνουν για τρία χρόνια το χρέος αφού το έχουν ζητήσει πολύ ευγενικά από τους ευρωπαίους συναισθηματικούς εταίρους και μετά τρώμε όλοι με χρυσά κουτάλια -οι καπιταλιστές απλά συνεχίζουν από εκεί που το είχαν αφήσει, δηλαδή συνεχίζουν να τρώνε με χρυσά κουτάλια-. Και ζήσανε αυτοί καλά κλπ.


Επειδή όμως δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να συνεχίσουμε τα παραμύθια ας πούμε και μια αλήθεια για το τι πραγματικά συμβαίνει και γιατί η RealPolitik του ΣΥΡΙΖΑ είναι βασικά μια πρώτου μεγέθους ανεδαφική φαιδρότητα η οποία δεν έχει σε τίποτα να ωφελήσει τους εργαζόμενους. Με άλλα λόγια για το ΣΥΡΙΖΑ η RealPolitik δεν υπάρχει καθόλου. 

Είναι λοιπόν η λύση των σημερινών προβλημάτων μια επιστροφή στον Κέυνς; Κρίνοντας από τη ρητορική των ημερών, μία νέα συναίνεση τείνει να δημιουργηθεί εσχάτως μεταξύ δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας, που κοιτάζει ντροπαλά προς τον κεϋνσιανισμό όπως μέχρι χθες κοιτούσε προς τον νεοφιλευθερισμό.

Το κεϋνσιανό μοντέλο όμως, για όποιον επίσης δεν θέλει να αυταπατάται, έχει συμβάλει κατά πολύ στη γένεση του προβλήματος και ως εκ των ιδίων του αποτελεσμάτων δεν είναι εφαρμόσιμο σήμερα.

Οι αντισταθμιστικές παροχές που θεσμοθέτησε, προκειμένου να τονώσει την αγοραστική δύναμη, βασίστηκαν σε μία δυναμική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία η οποία, εκτός των άλλων, οδήγησε στην εμπορευματοποίηση του συνόλου των κοινωνικών λειτουργιών: η εκπαίδευση, η οικιακή περίθαλψη, η μικρή κατά τόπους αυτοπαραγωγή, ο ελεύθερος χρόνος των ανθρώπων έγιναν αντικείμενα επιτελικού σχεδιασμού και αιχμαλωτίστηκαν σ’ ένα άτεγκτο σύστημα παραγωγής και αναπαραγωγής που ελέγχεται σε τελευταία ανάλυση από την αγορά. Η «δωρεάν» παροχή τους ήταν το δόλωμα για να ενταχθούν στο σύστημα, του οποίου ο επόμενος διαχειριστής –ο νεοφιλελευθερισμός– αλλάζοντας στρατηγική θα μπορούσε πλέον να τα πουλήσει.

Η άλλη όψη αυτής της διαδικασίας, και η πιο τρομερή, ήταν η εντατική σε ανήκουστο βάθος εκμετάλλευση των φυσικών πόρων.


Ξεχνάμε μήπως ότι το σύνθημα της «ανάπτυξης», ως απεριόριστης οικονομικής μεγέθυνσης, διατυπώθηκε επισήμως από τα χείλη του προέδρου Τρούμαν μεσουρανούντος του κεϋνσιανισμού; Στην πραγματικότητα, το κεϋνσιανό μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού έθεσε κάποια κανονιστικά όρια στον βαθμό εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης (χάριν της «ομαλής» λειτουργίας της αγοράς, όχι λόγω κανενός ανθρωπιστικού μελήματος) υπό τον όρο ότι αντιστάθμιζε τις δυνατότητες κερδοφορίας του κεφαλαίου από την υπερεντατική εκμετάλλευση της φύσης. Στο τέλος της βασιλείας του κεϋνσιανισμού βρεθήκαμε με νέες, πανίσχυρες τεχνολογίες στα χέρια και απέναντι σε μία πρωτοφανή οικολογική καταστροφή που αυξάνει εκθετικά έκτοτε.
(Φώτης Τερζάκης, Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα. Πολιτικά κείμενα IV εκδ.futura: Αθήνα 2009)Κλείνοντας αυτήν την αναλυτική τοποθέτηση μας βάλουμε στα δεδομένα μας άλλο ένα βασικό στοιχείο που κάνει τον σοσιαλδημοκρατικό θάνατο να μην χωράει νεκραναστάσεις. 

Η γέννηση της σοσιαλδημοκρατίας και η ανάπτυξη της ήταν βιώσιμη όσο υπήρχαν οι κατάλληλες οικονομικές, πολιτικές κοινωνικές και γεωπολιτικές συνθήκες που υποβοηθούσαν την ύπαρξή της. Και τι εννοούμε μ' αυτό. Όσο απαραίτητη προϋπόθεση είναι ακόμα και σήμερα η υπερεκμετάλλευση του τρίτου κόσμου για την σχετικιστική “ευημερία” του δυτικού άλλο τόσο επιβεβλημένη ήταν η γεωπολιτική θέση σε κατάσταση απειλής της ΕΣΣΔ για να υπάρξει σοσιαλδημοκρατία στη Δύση, με επίκεντρο την Ευρώπη. 

Στο ζήτημα “σιδηρούν παραπέτασμα” μπορεί να κέρδισαν τις εντυπώσεις οι δυτικοί φιλελεύθεροι καπιταλιστές γιατί αυτοί δεν έχτισαν απτά τείχη χωρισμού όμως γνωρίζουμε ότι “στη μοναδική πόρτα ένωσης των δύο κόσμων” η κλειδαριά είχε γυρίσει και από τις δύο μεριές. 

Οι σοβιετικοί φοβούμενοι την επίδραση της αστικής λέπρας άσκησαν την στρατηγική του ολοκληρωτικού κοινωνικού ελέγχου ενώ οι Δυτικοί φοβούμενοι μια νέα συμφωνία μεταξύ ΕΣΣΔ και “εσωτερικών εχθρών” στα κράτη τους χρησιμοποίησαν την τακτική του καρότου και του μαστιγίου. 

Εάν εκείνη ήταν ξεκάθαρα η περίοδος του καρότου, σήμερα είναι άλλο τόσο ξεκάθαρο ότι βιώνουμε την περίοδο του μαστιγίου. 

Το καταπληκτικό στη σοσιαλδημοκρατία ήταν ότι οι καπιταλιστές κατάφεραν να πετύχουν το μικρότερο κακό για τους ίδιους, κάνοντας μια συντήρηση δυνάμεων έτσι ώστε όταν αλλάξουν οι συγκυρίες, την επόμενη στιγμή να βρεθούν με τα κλειδιά του πλανήτη στα χέρια. 

Τι σημαίνει αυτό; Ενώ η παγκόσμια ελίτ πιέζεται από τις σοσιαλιστικές υποσχέσεις της ΕΣΣΔ που παραπέμπουν κι αυτές σε επίγειο παράδεισο των εργατών η σοσιαλδημοκρατία της λύνει τα χέρια, καθώς διασφαλίζει ότι οι δομές διαχείρισης των -κερδοφόρων- οργανισμών που σχετίζονται με τις βασικές ανάγκες του λαού παραμένουν στα χέρια τους μέσω της πανίσχυρης κρατικής παρουσίας. 

Με λίγα λόγια καταφέρνει με έναν πόλεμο χαμηλής έντασης το κεφάλαιο να παραμείνουν στα χέρια του οι δομές που αφορούν στην υγεία, την παιδεία, τον καταμερισμό της εργασίας, τον εποπτικό έλεγχό της κλπ, χωρίς να δημιουργούνται συνθήκες ώστε αυτές να περάσουν σε μερικό ή ολοκληρωτικό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο. 
Αυτό μάλιστα, θα ήταν μια πραγματική καταστροφή για την καπιταλιστική στόχευση, πόσο μάλλον αν αυτή η ανατρεπτική διαδικασία κινούνταν σε αντιγραφειοκρατική και αντιολοκληρωτική - αμεσοδημοκρατική κατεύθυνση. 

Όμως η συναίνεση που γέννησε η σοσιαλδημοκρατία ήταν αρκετά ισχυρή έτσι ώστε μετά τηνδιάλυση της ΕΣΣΔ (και παντελώς άστοχα της διάλυσης και των προοπτικών ανατροπής του καπιταλισμού) οι κρατικοποιημένες οικονομίες του ανατολικού μπλοκ να γίνουν σε μια νύχτα κολοσσοί ιδιωτικών συμφερόντων, ώστε να εναρμονιστούν με την νεοφιλελεύθερη διαδικασία που έχει ήδη αρχίσει να εξελίσσεται στη Δύση λίγα χρόνια πριν. 

Είναι για τον ίδιο λόγο σήμερα που το κίνημα ασκεί κριτική τόσο στον “κρατικό” όσο και στον “ιδιωτικό” έλεγχο διατυπώνοντας την επικυρωμένη από την ιστορία θέση ότι η μια κατάσταση δεν αναιρεί την άλλη, αντιθέτως είναι ζήτημα συγκυριών και καλύτερης εξυπηρέτησης των κεφαλαιοκρατικών συμφερόντων ποια επιλέγεται σε κάθε χρονική περίοδο. 

Η κρατικοποίηση δεν μπορεί να ιδωθεί σαν μια κατάκτηση αλλά σαν το τελευταίο εμπόδιο μπροστά στην ολοκληρωτική επικράτηση της εργατικής τάξης πάνω στο καπιταλιστικό υπάρχον. 

Η σοσιαλδημοκρατία υπήρξε το πιο αποτελεσματικό όπλο του καπιταλισμού απέναντι στο όραμα της ανατροπής του καπιταλισμού και της θεμελίωσης μιας ελεύθερηςακρατικής - μετακαπιταλιστικής κοινωνίας ισότητας σε όλα τα επίπεδα (οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό) όπου το προσκήνιο θα ανήκει στους εργαζόμενους και την κοινωνία, σήμερα όντας άχρηστο στο νέο πόλεμο που διεξάγει η ελίτ, δεν υπάρχει κίνητρο επαναχρησιμοποίησης του. 

Με μια κωδικοποίηση: “η σοσιαλδημοκρατία εκπλήρωσε τον ιστορικό της ρόλο που ήταν άμεσα συνδεδεμένος με την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων της καπιταλιστικής ελίτ, σε μια συγκεκριμένη περίοδο υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες.” 

Όλα αυτά λοιπόν προφανώς δεν συνέβησαν ποτέ για τους υθίνοντες του ΣΥΡΙΖΑ. Το παντοτινό πρόβλημα που είχαν οι ρεφορμιστές με τους επαναστάτες ήταν ότι πάντα οι τελευταίοι δεν θέλανε να διαπραγματευτούν. 

Σήμερα ο ίδιος ο καπιταλισμός, το κεφάλαιο δηλώνει απερίφραστα ότι «δεν υπάρχει τίποτε για διαπραγμάτευση», παρόλα αυτά η άτεγκτη πολιτική του ρεφορμισμού εξακολουθεί να προτάσσει την διαπραγμάτευση. 

Κι αν κάποτε το δήθεν νόημα αυτής της λογικής κρυβόταν πίσω από την επίφαση της δράσης υπέρ μιας «έστω και λίγο καλύτερης ζωής» σήμερα είναι προφανές ότι καταλήγει στης δράση υπέρ ενός «έστω και λίγο καλύτερου θανάτου». 

Το αποκορύφωμα της γελοιότητας που ταυτόχρονα συγκροτεί και το πιο πετυχημένο παράδειγμα «πρότασης διαπραγμάτευσης» είναι η τελευταία φαεινή ιδέα που ήρθε και κατέκατσε στον εμβριθή εγκέφαλο της ρεφορμιστικής ηγεσίας. Αυτή λοιπόν η θεάρεστη πολιτική στρατηγική εμπερικλείονταν στην πρόταση του Τσίπρα περί παγώματος της αποπληρωμής του χρέους για τρία χρόνια. Ας δούμε αν υπάρχει κάποια κοινωνική δυναμική που να επιχειρηματολογεί διαλεκτικά με την πολιτική ουσία αυτής της χυδαίας πρότασης. 

Ο επικαθορισμός του κοινωνικού από το πολιτικό με ολοκληρωτικό τρόπο μας διευκολύνει να αναλύσουμε το πώς έφτασε η ηγεσία της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης του καπιταλισμού σε αυτή την πρόταση «διεξόδου». Και οι τυφλοί είδανε την πολιτική αποστοίχιση μιας μεγάλης κοινωνικής μάζας από το ΠΑΣΟΚ, το είδε και ο ΣΥΡΙΖΑ. Και φυσικά αυτό καθόρισε για άλλη μια φορά την πολιτική του στρατηγική. Όπως και τα προηγούμενα 38 χρόνια της μεταπολίτευσης η πολιτική της αριστεράς ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, «πες κάτι πιο δεξιό για να τσιμπήσεις πασόκους ψηφοφόρους». Και κάπου εκεί τελειώνουν τα εργαλεία ανάλυσης και ολοκληρώνονται τα συμπεράσματα που οδηγούν στη χάραξη της πολιτικής γραμμής. Είναι τάχα τόσο απλά τα πράγματα; Ας δούμε μια περίπτωση με βάση την ταξική και κοινωνική προσέγγιση η οποία πιστεύουμε ότι αποτελεί μια καλή βάση για να ορίσουμε πολιτικά πρόσημα σε μαζικό επίπεδο. 

Ένας χαρακτηριστικός ψηφοφόρος του ΠΑΣΟΚ όχι πριν 30 χρόνια αλλά στις τελευταίες εκλογές του 2009, ήταν δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος με 20 χρόνια προϋπηρεσίας έπαιρνε έναν μισθό γύρω στα 1500Ε μπορούσε να διαχειριστεί με δυσκολίες αλλά μάλλον αποτελεσματικά τη ζωή του και τα έξοδά του ειδικότερα αν στο σπίτι υπήρχε δεύτερος μισθός, σε εξισορρόπηση των δυσκολιών ερχόταν η σιγουριά της θέσης του, το δάνειο που αποπληρωνόταν κανονικά ώστε να έχει ένα δικό του σπίτι σε κάποια χρόνια, η προοπτική της σύνταξης σε κάποια χρόνια, το εφάπαξ που μπορούσε να γίνει η βάση για ένα δεύτερο οίκημα, μια μικρή επιχείρηση κλπ. 

Με απλά λόγια ήταν ένα μικροαστικό στρώμα το οποίο ακόμα έβλεπε προοπτικές -το προηγούμενο της «εθνικής ανάπτυξης», που σήμαινε καταναλωτική επάρκεια αν όχι υπέρβαση ήταν γερά καρφωμένο ακόμα στο συλλογικό νου- και στοιχιζόταν πολιτικά στις αστικές δυνάμεις προσπαθώντας να βρει τη λύση στα πρόσωπα διαχείρισης με στόχο να διατηρήσει τα κεκτημένα και αν είναι δυνατόν να διεκδικεί κάθε τόσο και μικρές αυξήσεις οι οποίες απλά θα υπερκαλύπτουν κατ’ ελάχιστο την αύξηση του δείκτη πληθωρισμού. Με την αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ είχε δημιουργήσει μια σχέση εργαλειακής χρήσης όταν ήθελε ένα ευρύτερο μέτωπο συμμαχιών για να κερδήσει σε κάποιον -συνήθως συντεχνιακό- αγώνα υπαλληλικών απαιτήσεων. Αλλά ουδέποτε θα ταυτιζόταν με την πολιτική της Αριστεράς όχι γιατί ήταν ριζοσπαστική αλλά γιατί δεν έβγαζε νόημα. Ήταν θολή. Άλλωστε το πράγμα έτσι ή αλλιώς δούλευε δεν χρειαζόταν να βγει εκτός της κυρίαρχης αστικής πολιτικής πρότασης αλλά να κάνει κριτική στα καφενεία τα απογεύματα είτε -στην καλύτερη περίπτωση- στα δομικά προβλήματα, είτε στην χειρότερη στον διπλανό του. 

Σήμερα αυτός ο ψηφοφόρος αποστοιχίζεται από το ΠΑΣΟΚ γιατί όμως; Τον έπεισε η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ; Ασφαλώς όχι. Αποστοιχίζεται γιατί πλέον είναι ένας φτωχός άνθρωπος ο οποίος πληρώνεται με 400Ε το μήνα [εάν έχει και δάνειο να τρέχει] ή 700-800Ε χωρίς δάνειο. Το δε δάνειο μπορεί να αποπληρώνεται ακόμα αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος εάν θα πρέπει στο άμεσο μέλλον να σταματήσει την αποπληρωμή του για να χρησιμοποιήσει τα χρήματα για διατροφή, με κίνδυνο να χάσει το σπίτι του. 

Η εργασιακή ασφάλεια έχει πάει περίπατο με τις απολύσεις στον δημόσιο τομέα -το έργο δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα- ενώ με τα νέα όρια συνταξιοδότησης, το εφάπαξ και η σύνταξη μοιάζουν μακρινό όνειρο. 

Για να μην υπεισέλθουμε σε άλλα ζητήματα όπως ότι, εάν δεν μπορεί να πληρώσει το χαράτσι, μπορεί να βρεθεί χωρίς ρεύμα, εάν το παιδί ή τα παιδιά του είναι άνεργα, εάν πρέπει να πάνε για σπουδές σε άλλη πόλη από αυτή που μένουν κλπ. 

Αυτή είναι η νέα κατάσταση. Μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μάλλον μια διευρυμένη κοινωνική και ταξική καθίζηση των μικροαστικών στρωμάτων σε νέες θέσεις οι οποίες υστερούν σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και από κάποιους βιομηχανικούς εργάτες στον ιδιωτικό τομέα. Είναι σε αυτούς λοιπόν τους ψηφοφόρους στους οποίους στοχεύει ο ΣΥΡΙΖΑ και τους καλεί να υπερψηφίσουν το πρόγραμμά του ώστε να παγώσει η αποπληρωμή για 3 ολόκληρα χρόνια. 

Η κατάσταση μοιάζει κατά τη γνώμη μου με έναν κωμικοτραγικό τρόπο στην προεπαναστατική Ισπανία του 1930. Η κατάσταση έχει πολωθεί ταξικά, όλοι γνωρίζουν ότι ο μόνος ομαλός δρόμος για να μην ξεσπάσει εμφύλιος είναι μια κεντροαριστερή κυβέρνηση να κάνει την λυτρωτική και πολυαναμενόμενη για πάνω από 500 χρόνια αναδιανομή της γης. Το ξέρουν ακόμα και οι αστοί. Δίνουν την ευκαιρία λοιπόν στην κεντροαριστερά να κυβερνήσει τη χώρα με την κήρυξη της δημοκρατίας του 1931. Η αριστερά κατέθεσε χιλιάδες νομοσχέδια τα δυο χρόνια που συμμετείχε στην κυβέρνηση ποτέ όμως δεν έκανε την αναδιανομή της γης και του πλούτου. Τα αποτελέσματα γνωστά το 1933 κερδίζει η δεξιά ο δρόμος για τον εμφύλιο έχει ανοίξει. 

Φυσικά τότε ακόμα και η ρεφορμιστική αριστερά διατηρούσε κάτι από το μύθο της σοσιαλιστικής επανάστασης ενώ εξέφραζε και υποστηριζότανε -δυστυχώς- από μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης. Επανερχόμενοι στο σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνει το πάγωμα της αποπληρωμής για τρια χρόνια χωρίς να μιλά πουθενά για κάποιου είδους αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου. Και φυσικά εδώ κοινωνικός πλούτος πρέπει να οριστεί ο πλούτος που παράγεται από τα παραγωγικά μέσα είτε πρόκειται για τη γη, είτε για τα εργοστάσια είτε τις κοινωνικές υπηρεσίες. Ούτε καν για αυτή την πολυθρύλητη απαλλοτρίωση της εκκλησιαστικής περιουσίας δεν κάνει λόγο. 

Και τότε είναι που μπαίνει το ερώτημα χωρίς δομική αλλαγή και ανατροπή στον τρόπο που αναπαράγονται οι κοινωνικές τάξεις, η οποίες θα οδηγήσουν και σε μια αναδιοργάνωση των ταξικών συσχετισμών δεν μπορεί να υπάρξει νέος πλούτος ο οποίος θα διοχετευτεί προς όφελος των κατώτερων στρωμάτων μέσα από μια «φιλολαϊκή» πολιτική διαχείριση. Με απλά λόγια εάν τάζεις στον ψηφοφόρο σου ότι θα παγώσει η αποπληρωμή για 3 χρόνια προφανώς εννοείς ότι για αυτά τα 3 χρόνια ο μισθός του δημοσίου υπαλλήλου που χρησιμοποιήσαμε πιο πάνω ως παράδειγμα θα πρέπει να επανέλθει τουλάχιστον στα 1500 ή και παραπάνω ευρώ. 

Μένει να απαντηθεί πως θα συμβεί αυτό χωρίς να πειράξεις τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Μα ακόμα και να επιτευχθεί αυτό το σπουδαίο κατόρθωμα μέσω «φορολόγησης στο μεγάλο κεφάλαιο κλπ» μετά την παρέλευση των τριών χρόνων θα πρέπει να απαντηθεί πως θα διατηρούνται οι μισθοί κανονικά στα 1500Ε για όλους, [όπως λένε τα προγράμματα της αριστεράς] ενώ ταυτόχρονα οι εφοπλιστές και οι μεγαλοβιομήχανοι θα συνεχίζουν τις δουλίτσες τους απομυζώντας υπεραξία και ταυτόχρονα θα αποπληρώνεις ένα χρέος της τάξης των 100δις ευρώ ή και παραπάνω[8]. Τόμπολα. Αυτή η ασύλληπτη μπούρδα συναντά τα όρια της ακριβώς με τη λήξη του χρονικού περιθωρίου που έχει δώσει η ίδια στον εαυτό της, αν όχι νωρίτερα. Άλλωστε μόνο τυχαίο δεν είναι ότι το αντίστοιχο φαιδρό σχήμα στο χώρο της δεξιάς, το κόμμα Καρατζαφέρη δεν δίστασε να κάνει πλειστηριασμό παπάρας αυξάνοντας την άρνηση αποπληρωμής στα 5 χρόνια, κάνοντάς μας να γονατίσουμε από τα γέλια. Είναι μια τέτοια αριστερά που δίνει το δικαίωμα να σπάει πλάκα ο κάθε σαλτιμπάγκος της λαϊκίστικης δεξιάς. 

Ας δούμε όμως κάτι ακόμα πιο σημαντικό. Πως μπορεί να υπολογιστεί το κοινωνικό και πολιτικό βάρος που θα πάρει αυτή η πρόταση του «παγώματος αποπληρωμής» αν χρησιμοποιήσουμε ως εργαλείο ανάλυσης την διαλεκτική αντιστοίχηση της κατάστασης της κοινωνικής βάσης και των εν δυνάμει πολιτικών προσήμων που μπορεί αυτή να εκφράσει.

Οι νεοναζί εκφράζοντας τα πιο καθυστερημένα τμήματα των μικροαστών και των εργατών θα πουν ότι οι προδότες αριστεροί συνεχίζουν να αποπληρώνουν τα τοκοχρεολύσια στους σιωνιστές Ευρωπαίους, και θα έχουν δίκιο. 

Ο Καμμένος εκφράζοντας τους προλεταριοποιούμενους δημόσιους υπαλλήλους του κράτους της δεξιάς και ίσως κάποια καθυστερημένα τμήματα των αγροτών και εργατών και ένα κομμάτι του ντόπιου κεφαλαίου θα πει ότι η αριστερή πολιτική -διακυβέρνησης- υποσκάπτει την Ανεξαρτησία των Ελλήνων έναντι των Ευρωπαίων κερδοσκόπων και θα έχει δίκιο. 

Τα κεντρικά αστικά σχήματα ΠΑΣΟΚ και ΝΔ από κοινού εκπροσωπώντας το ντόπιο και διεθνές κεφάλαιο, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τα βύσματα, τους βαλτούς και βολεμένους του κρατικού τους μηχανισμού και της τοπικής αυτοδιοίκησης, τους μπάτσους και τα σώματα ασφαλείας, αρκετούς παππούδες με αλτσχάιμερ και όσους κρετίνους από τις κατώτερες τάξεις μαγεύει με την ευγλωττία του ο εξίσου κρετίνος πλην ακριβοπληρωμένος Μανώλης Καψής θα πούνε ότι αποδείχτηκε με τον πλέον περίτρανο τρόπο ότι τσάμπα μας τα πρήζει η αριστερά 40 χρόνια τώρα -όταν δεν συγκυβερνά μαζί μας- καθώς το τελικό πλάνο διαχείρισης έχει τρομερές ομοιότητες με το δικό τους αφού [βασικότερο όλων] αναγνωρίζει το χρέος και ψάχνει να βρει έναν λογικό τρόπο αποπληρωμής [που δεν υπάρχει]. Και θα έχουν δίκιο. 

Τελευταίος και σημαντικότερος όλων, ο εργαζόμενος που μόλις προσφάτως έχει λάβει το χρίσμα του «αριστερού ψηφοφόρου» , και ο οποίος εκπροσωπεί τον εαυτό του αλλά και τους όμοιούς τους, της τάξης του, μόλις αναρωτηθεί γιατί θα πρέπει να συνεχίσει τις θυσίες ώστε να συνεχίζει να αποπληρώνει κανονικά ένα χρέος που δεν δημιούργησε ο ίδιος ενώ «αριστεροί» κώλοι ξεσκονίζουν τα έδρανα της εξουσίας θα πει να πάει να γαμηθεί η Αριστερά. Και θα έχει δίκιο. 

Θα πρέπει να ανιχνεύσει αυτός κι η τάξη του μια Realpolitik από αυτήν που δεν μπορεί να δώσει αυτή η ξοφλημένη Αριστερά, ο επιθανάτιος ρόγχος της οποίας θα είναι οι φαιδρότητες για παύση πληρωμών για 1,2, 3, ή 4 χρόνια. Η επανάληψη της ιστορίας σαν φάρσα θα οδηγήσει την ελληνική αριστερά του 2012 στον ίδιο σκουπιδοτενεκέ στον οποίο πετάχτηκε η Ισπανική «αριστερά» του ’30.


ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Η συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ το Μάρτη του 2009 σήμανε δυο πράγματα, από ότι έχει δείξει η δράση της αλλά και το πλαίσιο του σχηματισμού. Από τη μία αδιαμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι μετά από πολλά χρόνια «ενοποιήθηκε» ο χώρος της «μικρής αριστεράς». Από μόνο του αυτό δεν λέει κάτι είτε θετικό είτε αρνητικό. Αντιθέτως τα πασίγνωστα και χιλιοειπωμένα επιχειρήματα υπέρ ή κατά των πολιτικών «συγκολλήσεων» καταδεικνύουν αυτό ακριβώς, ότι δηλαδή από μόνη της μια «συμμαχία» δεν έχει να πει κάτι. Είναι το περιεχόμενο που θα καθορίσει εάν και που έχει εδραστεί τελικά η πολιτική συμμαχία. Και κυρίως τι κοινωνικές δυνάμεις αντιπροσωπεύει, ή -έστω- θέλει να αντιπροσωπεύσει. 

Από τη μία λοιπόν οι υπέρμαχοι των συγκολλήσεων επιχειρηματολόγησαν λέγοντας για τη νέα δυναμική που διαμορφωνόταν για την ανάταση που δίνει στον κόσμο η αίσθηση ενότητας και φυσικά η άνοδος στα εκλογικά ποσοστά. Ως γνωστόν ειδικά αυτή η κατηγορία ανθρώπων που έχει μεγαλώσει πολιτικά με αυτή την αντίληψη πιστεύει μεταφυσικά ότι στην πολιτική 1+1=2. Άλλο αν αυτό αποτελεί ξεκάθαρη αίτηση διαζυγίου με την μαρξική διαλεκτική. Από την άλλη οι αρνητές μίλησαν και είπαν ότι εφ’ όσων δεν έχει καθοριστεί το πολιτικό πλαίσιο ούτε καν σε κάποια βασικά σημεία τότε απλά θολώνουν οι γραμμές και ο σχηματισμός οδηγείται στο να μην λέει τίποτα τελικά, ή τίποτα που να έχει ουσία. Και οι δυο είχαν εν μέρει δίκιο. Νέα δυναμική υπήρξε -περιορισμένη είν’ η αλήθεια- όπως ακριβώς υπήρξε και ένα φοβερό χάος απόψεων αντιλήψεων κλπ. Αλλά φυσικά για μας δεν είναι και πάλι αυτό το βασικό θέμα. Το ζητούμενο είναι ποιες είναι αυτές οι «καθαρές γραμμές» εάν υπήρξαν ποτέ, ή από την άλλη τι πρεσβεύει αυτή η νέα δυναμική. Όλα τα άλλα είναι φληναφήματα. Έτσι κι αλλιώς πολιτικά δικαιώνονται οι αρνητές και οργανωτικά οι υπέρμαχοι, που είναι αναμενόμενο. Τι αντιπροσωπεύει όμως τελικά το σχήμα αυτό; 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είχε μπροστά της δυο δρόμους. Ή θα ενοποιούσε και θα αναδιαμόρφωνε την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά ή θα επανασυγκροτούσε σε νέες βάσεις την Άκρα Αριστερά. Με λίγα λόγια άμα τη εμφανίσει της έπρεπε να δηλώσει ποιον πολιτικό χώρο θα καταλάβει. Επειδή όμως τα περιθώρια επιλογών ήταν σχετικά στενά η επιλογή θα κατέστρεφε εντελώς την έτερη επιλογή. Είναι αλήθεια ότι με βάση την πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση του χώρου της και των σχημάτων της, τα τελευταία χρόνια οι πιθανότητες να συγκροτηθεί ως φορέας της εξοκοινοβουλευτικής και όχι της Άκρας Αριστεράς ήταν συντριπτικά περισσότερες.

Το μόνο πολιτικό συμβάν που θα ήταν υπό όρους ικανό από μόνο του να στρέψει την πυξίδα προς όφελος της Άκρας Αριστεράς ήταν ο ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ του 2008, ήταν όμως τόσο επιδερμική η συμμετοχή του χώρου αυτού στην εξέγερση και η θεωρητική του συμβολή τόσο πενιχρή, ώστε εν τέλει αυτή η «εκτροπή» κατέστη ανέφικτη. 

Φυσικά αυτά τα σημάδια είχαν δοθεί σε παρελθόντα χρόνο όταν ο χώρος αυτός δεν μπόρεσε σε καμία περίπτωση να συντάξει το δικό του μανιφέστο, όχι ως ιερό βιβλίο αλλά ως προϋπόθεση για τον σχηματισμό μιας αυτόνομης αυτοκαθορισμένης πολιτικής[9]

Έτσι λοιπόν τα 2 βασικά σχήματα που διαμορφώνουν αυτό το χώρο αποτέλεσαν εν τέλει ομοιώματα των δυο αντίστοιχων κοινοβουλευτικών αριστερών φορέων. Από τη μια το ΝΑΡ που προσομοιάζει στο ΚΚΕ και από την άλλη το ΣΕΚ που προσομοιάζει στο ΣΥΡΙΖΑ. Η ειρωνεία είναι πως το κοινό πολιτικό στοιχείο που έχουν οι 2 αυτοί σχηματισμοί του εξωκοινοβουλίου είναι το ίδιο που έχουν και οι «μεγάλοι» τους «συγγενείς», δηλαδή η σοσιαλδημοκρατία. Αλλά σε αυτό θα έρθουμε σε λίγο. 

Πριν, ας ρίξουμε μια ματιά στους ακροβατισμούς που κάνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μιμούμενη το ΚΚΕ σε επίπεδο λόγου τουλάχιστον. Το τελευταίο διάστημα ειδικότερα στα πλαίσια πατόκορφου γλειψίματος στις μούμιες του Περισσού υπάρχει μια χυδαία άνευ προηγουμένου ανατροπή στο λόγο του εξωκοινοβουλίου αφού πλέον αποτελεί το νο.1 σύμμαχο της φαιδρής ομάδας της ηγεσίας του ΚΚΕ στη χαφιεδολογία, στην συνωμοσιολογία και στον χαρακτηρισμό ως προβοκάτσιας όποιας διαδικασίας δεν καταλαβαίνουν. 

Αυτό φυσικά σημαίνει δυο πράγματα. Αφενός ότι αποδομείται η ικανότητα θεωρητικής ανάλυσης σύγχρονων φαινομένων όπως η μητροπολιτική βία, η κατάληψη δημόσιου λόγου και χώρου από λούμπεν στοιχεία λόγω της μαζικοποίησης τους εν μέσω κρίσης, [και άλλα που δεν είναι της παρούσης] και αφ’ ετέρου ότι αυτή η τακτική οδηγεί με ακρίβεια στην υιοθέτηση της στάσης που είχε το αστικό συμπλήρωμα του Περισσού, το ΚΚΕ στην εξέγερση του Δεκέμβρη. 

Όμως το πλέον παράδοξο σε αυτή την στάση είναι η διερεύνηση του γιατί επιλέχθηκε. Εδώ μπορούμε να σχολιάσουμε δυο διαφορετικά ζητήματα. Το ένα έχει να κάνει με την προσήλωση στην γραμμή της παναριστεράς η οποία για να χτιστεί πρέπει να γλείφεται δουλικά και χωρίς αντιρρήσεις ο πιο μαζικός φορέας της, το ΚΚΕ. Τι κι αν εκείνο φτύνει αφ’ υψηλού και ξευτελίζει σε κάθε ευκαιρία το χώρο του εξωκοινοβουλίου, αυτοί λένε βρέχει και συνεχίζουν τις επιθέσεις φιλίας. 

Ένας δεύτερος λόγος θα ήταν η τακτική του ετεροπροσδιορισμού με το σχήμα να παίρνει πιο δεξιές θέσεις με την ελπίδα ότι θα χωρέσει κι αυτό στον αστερισμό του κοινοβουλευτισμού, εάν δεν τρομάξει την μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων αλλά τους ηρεμήσει με την καταδίκη της βίας. Φυσικά και οι δυο επεξηγήσεις είναι αστείες. 

Από τη μια το ΚΚΕ δεν έχει κανέναν λόγο να συνδεθεί με τα γκρουπούσκουλα του εξωκοινοβουλίου, αντιθέτως θέλει να τα τσακίσει για να μην έχει άλλο συνομιλητή το περιφρουρημένο ακροατήριο του, ενώ η τακτική του «μαζέματος» στο ζήτημα σύγκρουση, βία και λοιπά προκαλεί γέλιο καθώς δεν εδράζεται σε καμία πραγματική ανάλυση. Το ΚΚΕ όταν μιλά για προβοκάτσιες και άλλα αναλώσιμα ταυτόχρονα πετυχαίνει να λασπολογεί εναντίον του πιο μαχητικού κομματιού του ανταγωνιστικού κινήματος προτείνοντας το άλλο άκρο -δηλαδή τον εαυτό του- ως λύση ενώ ταυτόχρονα συσπειρώνει την συντηρητική του βάση και τους συντηρητικούς κατά βάση μικροαστούς ψηφοφόρους του οι οποίοι συνωστίζονται στη μάζα των 517.154 ατόμων που το ψήφισαν. 

Από την άλλη η ΑΝΤΑΡΣΥΑ όταν μιλά για προβοκάτσιες και άλλα τεινά συμμετέχει στον εξευτελισμό των δυναμικών μέσων πάλης τα οποία θα αναγκαστεί σε κάποια φάση να χρησιμοποιήσει ενάντια στον πυρήνα της εκφασισμένης δημοκρατίας σε συνθήκες κρίσης, αν δεν θέλει να μετρά νεκρούς από τους μπάτσους και τους φασίστες, ή ακόμα χειρότερα από την ανεργία και την πείνα. Ταυτόχρονα είναι απορίας άξιο ποιους από τους 24.737 γνωστούς και φίλους που την ψήφισαν το 2009 θέλει να συσπειρώσει σε συντηρητική βάση η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εκτός εάν η βάση της ήταν εκ των προτέρων συντηρητική, το οποίο δεν ισχύει καθώς τα περισσότερη μέλη και στελέχη της έχουν βρεθεί σε διαδικασίες που οι νέοι φίλοι τους στον Περισσό με ευκολία θα χαρακτήριζαν ως προβοκατόρικες. Τέλος, όχι απλά δεν βοηθάει στο να διαμορφωθεί ένα πεδίο ιδεολογικής πόλωσης υπέρ του κοινωνικού κινήματος και των μέσων πάλης του αλλά υποβοηθά στη συγκρότηση υπερδεξιών αντιλήψεων πάνω στο ζήτημα της λαικής αντιβίας. 

Ο δεύτερος χαρακτηριστικός λεκτικός μιμητισμός έχει να κάνει με τον δανεισμό και τη διασκευή του ΚΚΕδικου πολιτικού σχήματος που υπακούει στο μέτωπο της εργατικής τάξης με τους μικροαστούς μικρομαγαζάτορες, μικρούς και μεσαίους αγρότες κλπ. 

Η αντίστοιχη πολιτική στρατηγική εμπερικλείεται στο εμπνευσμένο σύνθημα της εξοκοινοβουλευτικής σοσιαλδημοκρατίας το οποίο γκαρίζουν και στις γενικές απεργίες [αυτές που θέλουν τάχα να κάνουν χαρακώματα αδυσώπητου αγώνα] και πάει κάπως έτσι: «μας κλέβουν τους μισθούς, μας παίρνουν τη δουλειά, σε λίγο θα κλείσουν κι αυτά τα μαγαζιά». Θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος ότι το εμποροβιοτεχνικό επιμελητήριο αλώθηκε από τους επαναστάτες κομμουνιστές (!) ή μάλλον καλύτερα ότι στα μπλόκ της εξοκοινοβουλευτικής σοσιαλδημοκρατίας συγκεντρώνονται όλοι οι οργισμένοι μαγαζάτορες της πόλης. Είναι έτσι; Μπα, με μια επιφανειακή ματιά βλέπεις τους ίδιους δημόσιους υπαλλήλους, κυρίως κάτι δασκάλους και κυρίως έναν διαταξικό χυλό φοιτητών εως 30 χρονών, οι περισσότεροι εκ των οποίων άνεργοι, ενώ οι λιγότεροι δουλεύουν σε «αυτά τα μαγαζιά» και αποτελούν το χειρότερα αμειβόμενο κομμάτι του σύγχρονου πρεκαριάτου, ακρογωνιαίου κομματιού του σύγχρονου προλεταριάτου στον τομέα των υπηρεσιών και του τουρισμού-επισιτισμού. 

Ας δούμε πάλι γιατί γίνεται αυτή η επιλογή και τελικά τι αποτελέσματα έχει. Πιο πάνω αναλύσαμε γιατί το ΚΚΕ κρατά αυτή τη στάση, η οποία φυσικά είναι λειτουργική για τον αστικοποιημένο σχηματισμό της ορθόδοξης σοσιαλδημοκρατίας του ΚΚΕ, τι ωφελεί όμως στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ; 

Αυτό το άνοιγμα στον μικροαστισμό μπορεί να φέρει νέους ψηφοφόρους στο σχήμα; Ας πούμε ότι απευθύνεται στους μικρομαγαζάτορες, πραγματικά πιστεύει κανείς ότι από όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που υπάρχουν ο μικρομαγαζάτορας, ο μικροαστός και τα συντεχνιακά στρώματα θα επιλέξουν την ΑΝΤΑΡΣΥΑ για να εκπροσωπήσει τα συμφέροντά τους; Γιατί τι αποτελεσματική δράση θα παράξει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; Ας πούμε ότι απευθύνεται στους εργαζομένους των μαγαζιών, οι οποίοι θα χάσουν τη δουλειά τους εάν κλείσει το μαγαζί. 

Τι λένε λοιπόν; Ότι ως ακραιφνείς σοσιαλδημοκράτες ποντάρουν στην εθνική ανάπτυξη με την έλευση της οποίας θα αυξηθούν οι μισθοί, θα ανεβεί η κατανάλωση, θα μείνουν ανοιχτά τα μαγαζιά, και θα συνεχιστεί με «ανθρωπινότερους» όρους η εκμετάλλευση των εργαζομένων. Γιατί αν δεν θέλουμε να λέμε παπαριές άλλος δρόμος για να μην κλείσουν «αυτά τα μαγαζιά» [με τους σημερινούς όρους λειτουργίας] από το να ανοίξει με πρωτοβουλία του διεθνούς κεφαλαίου νέος κύκλος εθνικής ανάπτυξης στη χώρα, δεν υπάρχει. Στον αντίποδα βρίσκεται η πολιτική στρατηγική η οποία βάζει στο κέντρο της συζήτησης όχι το μαγαζί αλλά τον τρόπο παραγωγής και το αξεπέραστο ιδεολογικό ζήτημα της κοινωνικής ιδιοκτησίας. Αλλά αυτά τρομάζουν τους χιλιάδες μαγαζάτορες οι οποίοι ως σύμμαχοι της εργατικής τάξης θα ορμήσουν στις κάλπες με τα ψηφοδέλτια της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανα χείρας. 

Τελικά πιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής στάσης; Να καταδειχτεί απλά ότι τελικά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι υπέρ της εθνικής ανάπτυξης [κι ας μη το ξέρει καλά-καλά] κι ότι η βασική πολιτική της πλατφόρμα εδράζεται στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Θλιβερό συμπέρασμα εάν σκεφτεί κανείς πόσο άχρηστη είναι αυτή η πολιτική σήμερα για την εργατική τάξη. 

Τέλος όσο αφορά το ζήτημα του χρέους εκεί είναι το μεγάλο δράμα που επιβεβαιώνει τις προβλέψεις όσων κρατούσαν μικρό καλάθι για να μαζέψουν τις προσδοκίες που γεννούν οι συγκολλήσεις. Κάποιοι λένε να μην αναγνωριστεί καθόλου το χρέος[10], άλλοι μέσω της ΕΛΕ και άλλων σχημάτων λένε να γίνει μια σωστή καταμέτρηση του χρέους, άλλοι μιλούν για τοξικό και μη τοξικό χρέος και το ΣΕΚ συνεχίζοντας το χαβά του στην τελευταία γενική απεργία στα πανό του ανέμιζε το σύνθημα: «Παγώστε το χρέος». Αυτοί δε μας είπαν για πόσο χρονικό διάστημα να λειτουργήσουμε την κατάψηξη, το αφήσαν ανοιχτό. Καλούσαν δηλαδή τους εργαζόμενους να μετατρέψουν την γενική απεργία σε πολιτική απεργία διαρκείας για να ζητήσουν τι; Το πάγωμα του χρέους. Οι επαναστάτες κομμουνιστές το παραξήλωσαν αυτή τη φορά. Ξεχνούν όμως ότι γι’ αυτό δεν χρειάζεται γενική απεργία και επανάσταση μπορούν να στείλουν μια αντιπροσωπεία στο γραφείο του Βενιζέλου να τα συζητήσουν. 

Αυτή η εξωκοινοβουλευτική σοσιαλδημοκρατία έχει ξεχάσει κάποια πολύ βασικά διδάγματα. Ξεχνά ότι οι καλύτερες στιγμές της, η συνεισφορά που έχει να επιδείξει στον κοινωνικό – ταξικό πόλεμο, συνέβησαν όταν υιοθέτησε τη γραμμή της άνευ όρων σύγκρουσης με κοινωνικά χαρακτηριστικά με όλα τα μέσα σε όλα τα επίπεδα. Τουλάχιστον εκεί μπορούσε να δώσει έναν ρόλο στον εαυτό της. Το εκπαιδευτικό κίνημα του 1990-1991, το μαθητικό κι αντιπολεμικό του 1998, το τεράστιο κύμα του 2006-2007 δεν χτίστηκαν στη βάση του δεξιού οπορτουνισμού με τις πιο καθυστερημένες πολιτικά συσπειρώσεις της αριστεράς το ΚΚΕ και τον Κουβέλη ή τον Κωνσταντόπουλο. Ήταν στα αριστερά του χώρου της που έβρισκε πάντα φίλους και όχι εχθρούς ο χώρος της μικρής αριστεράς, όσο κρατούσε γραμμή μάχης έστω και με τα δικά της χαρακτηριστικά. Φρόντισε να αποκόψει κι αυτούς τους δεσμούς. Ξεχνά ταυτόχρονα ότι βασικός τροφοδότης των ανταγωνιστικών κινημάτων είναι η συμμετοχή και η σύγκρουση. 

Δεδομένου λοιπόν ότι δεν εκπροσωπεί καμία τάξη και τα συμφέροντά της με την αδιέξοδη πολιτική της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ταυτόχρονα αλλοιώνει τα πολιτικά της χαρακτηριστικά τόσο που είναι απορίας άξιο πως δεν μπορούν να εντοπίσουν «τις πτάιει» που παραμένουν καθηλωμένοι στο1% τώρα πια που και ο τελευταίος σαλτιμπάγκος διεκδικεί με αξιώσεις το κωλοκάθισμα στα βουλευτικά έδρανα. Και σε αυτό το ποσοστό θα παραμείνει γιατί η «αριστερά» ως ιδεολογική δεξαμενή ψηφοφόρων είναι ηττημένη στην κυρίαρχη αφήγηση του κόσμου οπότε δεν περισσεύουν πολλοί άνθρωποι ώστε να καταλήξουν και στην τελευταία γκρούπα της αριστεράς, αντίθετα με ότι συμβαίνει στο δεξί άκρο όπου ένα κούνημα του χαλιού κάτω από τα πόδια της ΝΔ ήταν ικανό να φέρει στο προσκήνιο τη δυσωδία του νεοναζισμού της Χρυσής Αυγής. Φυσικά το δεξί άκρο έχει και όλους τους θεσμικούς συμμάχους στο πλευρό του, κράτος, μπάτσους, ΜΜΕ κλπ. Η άλλη μεριά τι έχει; 

Το μόνο που έχει είναι η πολιτική άποψη, η δυνατότητα να προσπαθείς να πεις την αλήθεια και η άμεση δράση. Αυτά θα μπορούσαν υπό όρους να εξισορροπήσουν την έλλειψη μαζικότητας, την έλλειψη κοινωνικών συμμαχιών και στηριγμάτων. Θα μπορούσε να καλλιεργηθεί πεισματικά και υπομονετικά μια πολιτική δράση και ένας δημόσιος λόγος ο οποίος θα τραβάει όσο πιο δυνατά και πειστικά γίνεται στα άκρα την ιδεολογική πόλωση όντας παράλληλα δημιουργικός και βρίσκοντας λύσεις που αφορούν στην πραγματικότητα του φτωχού ώστε να συσπειρώσει τουλάχιστον τα πιο αποφασισμένα για μάχη τμήματα των καταπιεσμένων. Με λίγα λόγια θα υπήρχε μια ελπίδα εάν η «αριστερά» ξαναγινόταν αριστερά, σαν αυτή για την οποία διαβάζουμε, πριν τον πόλεμο. Την αριστερά της Ρόζας, του Μιλάνου της Κόκκινης διετίας, των σοβιέτ του 1917, της αντιπολεμικής CGT πριν την πνίξουν τα τομάρια των σοσιαλδημοκρατών, του POUM της ηρωικής αντίστασης στην Ισπανία κλπ. 

Αυτά είναι που θα μπορούσε ίσως να σκεφτεί και υπό όρους να πράξει μια Άκρα Αριστερά και που δεν μπορεί και δεν θέλει να σκεφτεί και να πράξει η εξωκοινοβουλευτική σοσιαλδημοκρατία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μόνος δρόμος που έχει απομείνει σε αυτή την αριστερά αφού το ΚΚΕ τους έχει δώσει να φάνε την πόρτα του σπιτιού του λαού είναι ο οργανωτικός και πολιτικός εναγκαλισμός με τον έτερο κοινοβουλευτικό σοσιαλδημοκρατικό φορέα της αριστεράς. 

Έτσι μπορεί η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να γράφει με κόκκινο στυλό και να ανεμίζει κόκκινες σημαίες όμως αναγκάζεται πλέον να κάνει απλά ροζ πολιτική. Και είναι λογικό. Εφόσον είναι αδύνατον να παράξουν πολιτική κοινωνικού ανταγωνισμού στη βάση με εργαλεία την αυτοδιαχείριση στο δρόμο για την αυτοδιεύθυνση, αφού θεωρούν την άμεση δημοκρατία κόλπο καμουφλαρίσματος οργανώσεων, εφόσον θεωρούν την αυτοοργάνωση μόδα, ή ρεφορμισμό, τα συνειδητοποιημένα κινήματα βάσης «άγουρους αυθορμητισμούς», και τις διαταξικές πλατείες αποκάλυψη, ενώ παράλληλα αρέσκονται να μιλούν για την «μεγάλη εικόνα» αγνοώντας αυτιστικά ότι η «κεντρική πολιτική σκηνή» τους κλάνει στα μούτρα. 

Οι πιο λογικοί καταλαβαίνουν ότι η φυσική τους θέση είναι με το ΣΥΡΙΖΑ, των γιατρών, των δικηγόρων, των δημοσιογράφων, των εκσυγχρονιστών καθηγητών πανεπιστημίου αλλά και των υπαλλήλων και των εργαζομένων και των μικροαστών των 315.627 ψήφων τελοσπάντων. Το μόνο που μπορούν να ελπίζουν είναι είτε να υπάρξει μια μαγική νεκρανάσταση της σοσιαλδημοκρατίας ή οι πιο τολμηροί ότι μια κυβέρνηση Τσίπρα θα λειτουργήσει ως Κερένσκυ και οι ίδιοι ως άλλοι Λένιν θα κάνουν την έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα. (!) Τι κι αν τα σοβιέτ τους είναι κάτι σκοροφαγωμένες συνελεύσεις των ίδιων εδώ και χρόνια 20-30 δημοσίων υπαλλήλων χωρίς σχέδιο και συμμαχίες και κάποιων φοιτητών που όνειρό τους είναι να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι. Όλα είναι πολιτική. Το παν είναι να κάνεις πολιτική. Για να κάνεις όμως πολιτική πρέπει να μπορείς να κάνεις και ρεαλιστική πολιτική ή να το πούμε κι αλλιώς και πάλι ισχύει ότι τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους, αλλιώς και πάλι το κοντέρ θα γράψει 1%. Παρόλα αυτά βέβαια θα είναι δυνατόν με ύφος 1000 πιθήκων η ηγεσία του εξωκοινοβουλίου να κομπορρημονεί ότι το 1% είναι το μεγαλύτερο ποσοστό όλων των εποχών για την επαναστατική, αντικαπιταλιστική, ανατρεπτική, ή ματαιόδοξη, μικροαστική, και σοσιαλδημοκρατική Αριστερά. 

Ο άλλος δρόμος υπήρχε αλλά οι φωστήρες της ηγεσίας φρόντισαν να τον μπαζώσουν ως άλλο φρεάτιο του Κηφισού. Συμμετοχή των δυνάμεων της Άκρας Αριστεράς σε ένα μέτωπο με δυνάμεις στα αριστερά της, το οποίο θα διαμόρφωνε ένα ιδεολογικά ανταγωνιστικό του καπιταλισμού πλαίσιο και θα έπραττε με τους όρους της Άμεσης δράσης υπερασπιζόμενο δημόσια τις θέσεις του. Θα μπορούσαν να γίνουν αναλήψεις ευθύνης για όσες περιπτώσεις ο κόσμος γιαουρτώνει ή χτυπά τους πολιτικούς, να ενταθεί το φαινόμενο και να προωθηθεί το μήνυμα για λιντσάρισμα μέχρι να τους αναλάβουν τα λαϊκά δικαστήρια για να τους στείλουν στις κρεμάλες στο Σύνταγμα. Αυτό είναι απαραίτητο, όχι γιατί έχουν σημασία οι πολιτικοί τόσο ως φυσικά πρόσωπα, αλλά γιατί είναι πολύ σημαντική η παροχή πολιτικής κάλυψης στα φαινόμενα αυθόρμητης λαικής βίας, ώστε να μην φοβάται ο λαός. Ταυτόχρονα θα έπρεπε να ανακοινώσει δημόσια την πρόθεσή του να διαμορφώσει μια άλλη κοινωνία, βασισμένη σε μια άλλη παραγωγή με πυρήνα την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, τις κομμουνιστικές κοινότητες, την αυτοδιαχείριση ως οικονομικό σοσιαλισμό την αμεσοδημοκρατία ως πολιτικό σοσιαλισμό και την Αυτοδιεύθυνση ως το στόχο για μια χειραφετημένη κοινωνία. 

Στην καθημερινή πάλη θα πρέπει να στηρίζει άνευ όρων τους εργατικούς αγώνες, τα σωματεία βάσης και όχι τις πολιτικές συγκολλήσεις σε συνδικαλιστικά πλαίσια. Θα έπρεπε να μπορεί να δει τη χρησιμότητα των καφενείων των ανέργων, των λαικών συσσιτίων από τους χώρους της, την διαδικασία ανάπτυξης των εμβρυακών μορφών δυαδικής εξουσίας μέσω των αυτοοργανωμένων συνεταιρισμών στην παιδεία, την υγεία, την ενημέρωση, την διασκέδαση, την διερεύνηση τον τρόπων αυτές οι δομές να καταφέρουν να αποσπάσουν και πολιτικές εξουσίες από το αστικό σύστημα. Σήμερα μπορεί και να είναι ήδη αργά. 


Συνήθως κάπου εδώ ολοκληρώνονται –κατά 90%- οι αναλύσεις πάνω σε πολιτικούς χώρους και σχηματισμούς που κάνουν οι περισσότεροι αναλυτές. Για μας τώρα αρχίζει. 

Οι παραπάνω 30 σελίδες ανάλυσης της πολιτικής συγκυρίας όπως αναφέραμε και στην αρχή του κειμένου δεν αποτελούν μια ουδέτερη καταγραφή των εξελίξεων. Η παραπάνω ανάλυση γράφτηκε φιλοδοξώντας να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο επεξεργασίας της πραγματικότητας από τη σκοπιά του κοινωνικού αναρχισμού, ο οποίος [κατά τη γνώμη μου] είναι η πολιτική δεξαμενή που συγκεντρώνει τα πιο χρήσιμα, δυναμικά και αποτελεσματικά χαρακτηριστικά, ώστε να επιχειρήσει με καλές πιθανότητες την υποστήριξή και χάραξη μιας νικηφόρας γραμμής του αγώνα της εργατικής τάξης και της κοινωνίας γενικότερα στην κατεύθυνση της ανατροπής της καπιταλιστικής επίθεσης, της αντιστροφής των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών και τελικά της αναδόμησης μιας πραγματικότητας στη βάση της χειραφέτησης και της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης. 




Εμείς, οι Αναρχικοί: Πριν καταπιαστούμε με το καθ’ αυτό ζητούμενο δηλαδή την πολιτική παρουσία και την κοινωνική παρέμβαση λόγω και έργω του αναρχικού χώρου θα πρέπει να κάνουμε κάποιες απαραίτητες παρατηρήσεις, ώστε να αποφευχθούν παρεξηγήσεις. 

Αφ’ ενός το «Εμείς» στην αρχή αυτής της παραγράφου προσδιορίζεται διττά. Πρώτον, εμείς, ως αναρχικοί, ως σύνολο ατόμων δηλαδή που ασπαζόμαστε μια κοινή ιδεολογία και ένα κοινό πολιτικό πρόγραμμα απελευθέρωσης και αναδημιουργίας της κοινωνίας σε νέες βάσεις, και δεύτερον εμείς ως τμήμα του καταπιεσμένου τμήματος της κοινωνίας. Αυτό το εμείς δηλαδή υποδηλώνει τόσο το πολιτικό όσο και το κοινωνικό. 

Αυτή η αναφορά γίνεται καθώς είμαστε πεπεισμένοι ότι όποιος ξεχνά το κοινωνικό καταλήγει γραφικός και απομονωμένος ενώ όποιος ξεχνά το πολιτικό κινδυνεύει να καταλήξει ένας ακίνδυνος βυζαντινολόγος των κοινωνικών αντιφάσεων χωρίς να έχει κάποιο μέτρο να ζυγίσει πιο είναι το μπροστά και πιο το πίσω στην υπόθεση της απελευθέρωσης. 

Από το σύνολο του αναρχικού «χώρου», το φάσμα δηλαδή που συγκεντρώνει όλων των ειδών τις διαφορετικές αναγνώσεις των αναρχικών ιδεοτύπων, το ρεύμα που έχει δείξει σε πραγματικές περιστάσεις και ιστορικές συγκυρίες ότι κατανοεί σε βάθος και αναγνωρίζει τη χρησιμότητα της διαλεκτικής σύνθεσης ανάμεσα στον πολιτικό ρόλο και την κοινωνική ταυτότητα είναι ο κοινωνικός επαναστατικός αναρχισμός, ο οποίος συγκροτείται κυρίως από τις τάσεις του αναρχοκομμουνισμού και του αναρχοσυνδικαλισμού και στηρίζεται στη συνεργασία συνήθως των δυο αυτών τάσεων. 

Ειδικότερα για την Ελλάδα θα μπορούσαμε να εντάξουμε σε αυτό το ρεύμα και κάποιες ομαδοποιήσεις που ενώ προέρχονται από την ιστορική μήτρα του α/α χώρου -στον οποίο τα χαρακτηριστικά του κοινωνικού αναρχισμού ήταν μάλλον μειοψηφικά- έχουν κατανοήσει και υιοθετήσει κάποιες βασικές αρχές του κοινωνικού αναρχισμού. Σε αυτό το πολιτικό ρεύμα και στις συλλογικότητες που εκφράζονται από αυτό απευθύνεται αυτό το κείμενο. 

Σε αυτό το σημείο νομίζω θα ήταν χρήσιμη μια τελική αποσαφήνιση των ιδεολογικών και οργανωτικών αφετηριών του πολιτικού ρεύματος του κοινωνικού αναρχισμού. 

α. «Όλοι οι αναρχικοί είναι κομμουνιστές, όλοι οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί», (Κροπότκιν) όπου με τον όρο «αναρχικοί», περιγράφεται η σχέση με την πολιτική ισονομία δηλαδή την ελευθερία, και με τον όρο «κομμουνιστές», περιγράφεται η στάση του κινήματος υπέρ της οικονομικής ισονομίας, η παραπάνω θέση αποτελεί το χρονολογικά επόμενο διαλεκτικό συμπλήρωμα του: 

β. «Ελευθερία χωρίς σοσιαλισμό, είναι προνόμιο και αδικία, Σοσιαλισμός χωρίς ελευθερία είναι σκλαβιά και τυρρανία. (Μπακούνιν) Δεν μπορεί δηλαδή να νοηθεί πολιτική ισότητα και ελευθερία χωρίς οικονομική ισότητα και ότι η οικονομική ισότητα είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή από μόνη της συνθήκη ανατροπής της αδικίας. Εδώ η ελευθερία σημαίνει την άρνηση της δημιουργίας μιας διαχωρισμένης εξουσίας σε μια κατά τα άλλα σοσιαλιστική κοινωνία λόγω της εξακολούθησης της διαφοράς μεταξύ διευθυντή-διευθυνόμενου. 

Από εδώ συνάγεται ότι όλοι οι κοινωνικοί αναρχικοί είναι υπέρ της Άμεσης Δημοκρατίας δηλαδή υπέρ της συμμετοχής του συνόλου του πληθυσμού στην αυτοκυβέρνηση, δηλαδή στην κοινωνική Αυτοδιεύθυνση, γνωρίζοντας ασφαλώς ότι η πραγματική Άμεση Δημοκρατία αυτή δηλαδή που έχει δικαίωμα απόφασης και δεν αποτελεί απλά ένα εργαλείο διασκέδασης άνισων συζητήσεων, μπορεί να νοηθεί μόνο σε συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής ισότητας, δηλαδή στον κομμουνισμό. 

γ. Το αναρχικό κίνημα ή θα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο πρωτοπόρο τμήμα του εργατικού κινήματος ή θα είναι τίποτα. (Ντουρούτι) Το κοινωνικό επαναστατικό αναρχικό κίνημα πάνω απ’ όλα έχει συνείδηση ότι αποτελεί κομμάτι του πιο καταπιεζόμενου κομματιού της κοινωνίας. Η μοίρα του είναι άρρηκτα δεμένη με την μοίρα του κινήματος της πλειοψηφούσας τάξης των καταπιεσμένων, της εργατικής τάξης[11] και των συμμάχων της (άνεργοι, φτωχοί φοιτητές, αγρότες, και μετανάστες). Όσο υπάρχει καπιταλισμός, όσο δηλαδή η εξουσία ασκείται με έναν συγκεκριμένο τρόπο βιοπολιτικής διαχείρισης των μαζών, ο οποίος εδράζει την δύναμή του κυρίως στην οικονομική επιβολή η βασική αντίθεση παραμένει Κεφάλαιο-Εργασία και αυτό αποτελεί την βάση της αδικίας που πρέπει να ανατραπεί. 

Με βάση αυτά τα πρώτα χαρακτηριστικά που συγκροτούν μια ιδεολογική αφετηρία, μπορούμε να προσεγγίσουμε και το ζήτημα της χρησιμότητας της κοινωνικής παρέμβασης αλλά και της πολιτικής στράτευσης ώστε να προκύψει η διασφάλιση ότι οι ιδέες και οι πολιτικές του κοινωνικού αναρχισμού θα καταλήγουν όντως να παλεύονται και να ζυμώνονται με τις ευρύτερες μάζες των καταπιεσμένων στρωμάτων και δεν θα μένουν συζητήσεις, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελούν ένα συναποφασισμένο πρόγραμμα πάλης για την κατάκτηση της κοινωνικής χειραφέτησης. 

Οι κοινωνικοί αναρχικοί θα πρέπει λοιπόν σταθερά να συμμετέχουν στην Αναρχική Πολιτική Οργάνωση όπου θα διαμορφώνουν την ιδεολογική και πολιτική τους αντίληψη. Επίσης συμμετέχουν στους μαζικούς κοινωνικούς χώρους (εργατικοί χώροι, σχολεία, πανεπιστήμια, γειτονιές κλπ) μέσω Σωματείων, Συλλόγων, Συνελεύσεων, μετωπικών σχημάτων κ.α ώστε να υπερασπίζονται δημόσια και ανοιχτά τις πολιτικές θέσεις τους, να δηλώνουν την υποστήριξή τους στους αγώνες και τις διεκδικήσεις των καταπιεσμένων, να συζητούν πάνω σε ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα με τους συναδέλφους τους ώστε να γίνονται κατανοητές οι ιδεολογικές θέσεις του Αναρχισμού και οι πολιτικές θέσεις της Οργάνωσης. 

Τέλος οι κοινωνικοί αναρχικοί συμμετέχουν στο κίνημα μέσω του δρόμου. Με την οργάνωση και την συμμετοχή στις λαικές διαδηλώσεις, στις γενικές απεργίες, στις εκδηλώσεις και σε όσα αφορούν την μαζική έκφραση σε δημόσιο χώρο και λόγο, επισημαίνοντας πάντα την ιδεολογική και πολιτική αυτοτέλεια τους αντιστεκόμενοι στις σειρήνες αυτοδιάλυσης μέσα σε ευρύτερους κοινωνικούς συνασπισμούς χωρίς πρόγραμμα, πάντα όμως χωρίς ελιτισμούς και λογική απομονωτισμού. 

Είναι μάλλον αδύνατον να εκπληρώσει κάποιος την αποστολή της κοινωνικής διάδοσης των Αναρχικών Ιδεών εάν εγκαταλείπει την συμμετοχή και την πάλη σε κάποιο από αυτά τα τρία επίπεδα, καθώς κάποιος που συμμετέχει απλά στις πορείες είναι ένας απλός αγωνιστής, κι όποιος συμμετέχει σε έναν σύλλογο ή σε ένα σωματείο είναι απλά ένας συνδικαλιστής. Ως γνωστόν αγωνιστές πόσο μάλλον συνδικαλιστές έχουν να επιδείξουν πολλοί ακόμα πολιτικοί σχηματισμοί πέρα των Αναρχικών. 

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα που αντιμετώπισε το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα, και το οποίο τελικά περιόρισε για πολλά χρόνια το κίνημα στα επίπεδα «χώρου» είναι η αποκλειστική συμμετοχή των αναρχικών σε αναρχικές ομάδες. Δεδομένου δε ότι αυτή η συμμετοχή ήταν αποκλειστική, [αρνούνταν δηλαδή την οργανική συμμετοχή σε κοινωνικά μέτωπα], διαμόρφωνε de facto την ίδια την ομάδα σε άλλο ένα κύτταρο του life-style αναρχισμού άσχετα με το που ακριβώς τοποθετούσε την θεωρητική της αφετηρία. 

Το φάσμα, του κόσμου το οποίο συμμετείχε αποκλειστικά σε αναρχικές ομάδες και συλλογικότητες χωρίς να δοκιμάζει την ιδεολογικοπολιτική του αναζήτηση στο κοινωνικό ξέφωτο, κατέληξε είτε φαντασμένος μικροαστός ή μικροαστός με φαντασία. Στην πρώτη περίπτωση ως φαντασμένος γίνεται μια αυτόκλητη πρωτοπορία που μόνο στόχο έχει την καλή σχέση με την βία όλων των ειδών, από επεισόδια σε πορείες μέχρι ένοπλες οργανώσεις, οι οποίες δεν μπορούν να έχουν επιρροή και επίδραση στη χειμαζόμενη κοινωνική πλειοψηφία στέλνοντας παράλληλα πολλούς αγωνιστές στη φυλακή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση χρησιμοποιώντας τη φαντασία του και καθήμενος σε κάποια κατάληψη, ή στέκι, ή κοινωνικό χώρο οραματίζεται την ζωή στην αναρχική κοινωνία του μέλλοντος. Αυτός ο φαύλος κύκλος είναι που πρέπει να κλείσει για να αναβαθμιστεί ο αναρχικός χώρος σε αναρχικό κίνημα. Για να συμβεί αυτό όμως πρέπει να αναβαθμιστούν τα πολιτικά και οργανωτικά χαρακτηριστικά, να μπολιαστούν με την ιδεολογία του κοινωνικού αναρχισμού και να εκφραστούν αποκρυσταλλωμένα μέσα στο κίνημα και έξω από αυτό στην κοινωνία. 

Πιο πάνω αναφέραμε ότι η δομή αυτή καθ’ αυτή δεν έχει ιδιαίτερο νόημα αν δεν κατακτηθεί πλήρως από τους συμμετέχοντες σε αυτήν, το περιεχόμενο του πολιτικού προγράμματος που την συγκρότησε. Στον αναρχικό χώρο όμως το ζήτημα της δομής παίρνει γιγαντιαίες διαστάσεις καταλαμβάνοντας πολύ σημαντικό χώρο καθώς δεν έχουν αποκαθοριστεί ακόμα βασικές γραμμές πάνω στο θέμα, τους πώς γιατί και για ποιόν κάνουμε πολιτική, στη βάση φυσικά του «κάνουμε πολιτική για να ζήσουμε και δεν ζούμε για να κάνουμε πολιτική». 

Πέρα, τελοσπάντων από την βάση αλληλεπίδρασης που υπάρχει ανάμεσα στη δομή και το περιεχόμενο, είναι το πολιτικό περιεχόμενο που θα επικαθορίσει τον τρόπο δομής και οργάνωσης. Γιατί αν, ας πούμε, το πολιτικό περιεχόμενο μιλά για ένα διάχυτο πολυμορφικό αντάρτικο κίνημα αναμέτρησης με τον καπιταλισμό τότε σίγουρα η δομή που θα υιοθετηθεί δεν θα είναι μια συγκροτημένη μαζική και κοινωνική πολιτική οργάνωση, αλλά οι μικροί πυρήνες που δεν σχετίζονται απαραίτητα ιδεολογικά μεταξύ τους. Εάν από την άλλη στόχος είναι, -όπως στην περίπτωση του κοινωνικού αναρχισμού- το κάλεσμα προς τα καταπιεζόμενα στρώματα σε ένα ν ιδεολογικό-πολιτικό και κοινωνικό αγώνα με όρους συγκροτημένης αντιπαράθεσης με τον καπιταλισμό, και όλους τους θεσμούς εξουσίας, ώστε να μπορέσει να δημιουργηθεί η βάση συγκρότησης μιας νέας αυτοδιευθυνόμενης κοινωνίας στη βάση της πολιτικής και οικονομικής ισότητας, τότε ναι, είναι όχι μόνο πιθανό αλλά και απαραίτητο αυτό το πολιτικό πλαίσιο να απολαμβάνει της στήριξης μιας Ενιαίας Πολιτικής Οργάνωσης των Αναρχικών αλλά και όλων των Κοινωνικών μετώπων και Αυτοδιαχειριζόμενων εγχειρημάτων που μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση συγκροτώντας ένα πλατύ λαϊκό και ανταγωνιστικό εργατικό και ελευθεριακό κίνημα. 

Με βάση την ελληνική πραγματικότητα όπως έχει αυτή διαμορφωθεί, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης ιεραρχείται πλέον ως πρώτη προτεραιότητα, καθώς σε συνθήκες κρίσης η μη οργάνωση του ρεύματος του κοινωνικού αναρχισμού μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία του να παράσχει την οποιαδήποτε αποτελεσματική βοήθεια στους καταπιεσμένους κι έτσι να οδηγηθεί στον μαρασμό και την εξόντωση. Η RealPolitik των Αναρχικών οφείλει να έχει αφετηρία της την ανάγκη οργανωτικής έκφρασης. 

Με βάση αυτή την ίδια πραγματικότητα του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα, θα πρέπει οι ομάδες συγγένειας, οι καταλήψεις, τα στέκια, οι πολιτικές ομάδες, οι συνεταιρισμοί, οι θεματικές συνελεύσεις και πρωτοβουλίες και όλα τα κύτταρα, που σήμερα συγκροτούν τον «χώρο» και αντιλαμβάνονται το πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα να υπερβάλλουν εαυτούς εντασσόμενα σε μια ενιαία Ομοσπονδία Αναρχικών και να αποτελέσουν τις συνελεύσεις βάσης της σε όλη την Ελλάδα, οργανωμένες κατά τόπο, προσπαθώντας ειλικρινά να κατακτήσουν ένα ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα με βάση τόσο τις αρχές του ελευθεριακού κινήματος όσο και τις σύγχρονες ανάγκες των καταπιεσμένων αλλά και την γενικότερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία. 

Ο αναρχικός χώρος έχει δείξει ότι εμφορείται από τα απαραίτητα κοινωνικά ένστικτα και ότι έχει το απαραίτητο νεύρο ώστε να μπορεί να αποτελεί μια χρήσιμη και ενίοτε λειτουργική διαδικασία στον αγώνα των καταπιεσμένων ενάντια στο Κράτος και το Κεφάλαιο. 

Η αναβάθμισή του σε Κίνημα μέσω της συγκρότησης του σε σταθερές οργανωτικές μορφές μπορεί να τον ωριμάσει πολιτικά ώστε μεγαλώνοντας και διευρύνοντας την ιδεολογική του επήρεια σε νέα ακροατήρια να παράξει ακόμα πιο επικίνδυνες καταστάσεις απέναντι στους εχθρούς του, το Κράτος και το Κεφάλαιο, καταστάσεις που ειδικότερα σε συνθήκες κρίσης οι καταπιεσμένοι, δείχνουν να έχουν ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά. 

Το ιστορικό ελευθεριακό κίνημα έχει δώσει τα απαραίτητα εργαλεία για την επεξεργασία μιας τέτοιας οργανωτικής μορφής. Οργανωμένη από τα κάτω η τοπική συνέλευση αποτελεί το κύτταρο και το αποφασιστικό όργανο των μελών της, με έναν ευρύτερο συντονισμό σε επίπεδο πόλης και ένα Πανελλαδικό Συνέδριο Αντιπροσώπων που θα αποτελεί το Συντονιστικό του Κινήματος σε Πανεθνικό επίπεδο. Οι αποφάσεις θα παίρνονται με πλειοψηφία και όχι με την φασίζουσα [ομοιομορφική] και μικροαστική [φιλοατομικιστική και εγωιστική κατά βάθος] διαδικασία της ομοφωνίας. 

Αυτή η συγκρότηση σήμερα είναι αναγκαία κι απαραίτητη γιατί είναι η μόνη που μπορεί να σχεδιάσει και να εκφράσει ένα συνεκτικό Πολιτικό Πρόγραμμα των Αναρχικών. Άλλωστε ποτέ πριν τόσοι πολλοί αναρχικοί στην Ελλάδα δεν ζητωκραύγασαν υπέρ μιας οργάνωσης που δεν έχει καν δημιουργηθεί ακόμα, υπέρ της Ομοσπονδίας Αναρχικών. 

Ποιο είναι όμως αυτό το πολιτικό πρόγραμμα το οποίο πρέπει να κληθεί να συγκροτήσει και να εκφράσει πολιτικά και κοινωνικά αυτή η οργάνωση; Εδώ η συμβολή μας μπορεί να είναι μόνο σε επίπεδο ανοιχτού διαλόγου, καθώς πολλοί εγκέφαλοι πρέπει να παιδευτούν δημιουργικά και διαλεκτικά για να καταστεί δυνατή η ύπαρξη ενός τέτοιου κειμένου. Οπότε οι παρακάτω παράγραφοι θα έχουν την υφή παρατηρήσεων πάνω σε αυτό ειδικά το ζήτημα. 

Τι να κάνουμε; Το βαθύ και αιώνιο ερώτημα επανέρχεται επιτακτικότερα κάθε φορά που οι ράγες της κοινωνικής ομαλότητας βρίσκουν νέα εμπόδια και κλυδωνίζουν το σύνολο των επιβατών της, την ίδια την κοινωνία. 

Στόχος μας πρέπει να είναι να αναπτύξουμε ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα που θα στηρίζετε σε πραγματικές λύσεις και προτάσεις οι οποίες θα απαντούν στα πραγματικά προβλήματα των φτωχών. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ι πολιτικές χαράξεις πρέπει να απηχούν πάντα σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες που πυροδοτούν κοινωνικές δυναμικές σε μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα ιδεολογικά χαρακτηριστικά και την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών. Ειδάλλως κινδυνεύουμε άμεσα κι εμείς να καταλήξουμε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας. 

Ακόμα σήμερα το πιο μαζικό κομμάτι των καταπιεσμένων είναι οι εργαζόμενοι και πάνω τους πρέπει να πατήσει η βασική πολιτική μας αντίληψη. Διεξάγουμε διαρκή πόλεμο με την κυρίαρχη καπιταλιστική ιδεολογία και εκμεταλλευόμενοι την κρίση προπαγανδίζουμε στην πράξη τις ιδεολογικές μας αρχές. Ο λαός έχει βαρεθεί τα συνθήματα, θέλει πράξεις. Διεξάγουμε πόλεμο και με τα υπολείμματα της σοσιαλδημοκρατίας όλων των αποχρώσεων, που θέλουν το λαό επαίτη, ψηφοφόρο και αποχαυνωμένο ή εκκοσμικευμένο χριστιανό που περιμένει τη λύτρωση στη Δευτέρα παρουσία. 

Συνεργαζόμαστε με τα κομμάτια εκείνα που λόγω ταξικής θέσης, η οποία αλλάζει ραγδαία σε συνθήκες κρίσης, είναι πολύ πιθανό να παρατήσουν τις σοσιαλδημοκρατικές αιτιάσεις και να περάσουν στο επαναστατικό στρατόπεδο. 

Παίρνουμε γενναία απόφαση συμμετοχής στα Σωματεία και τους Συλλόγους [διαδικασία που έχει ήδη ξεκινήσει] προσπαθούμε να δημιουργούμε παντού αγώνες και δομές-κυψέλες κοινωνικών στηριγμάτων που ταυτόχρονα αποτελούν σύμμαχο των Αναρχικών αντιλήψεων. Στηρίζουμε τα Ταξικά Σωματεία Βάσης, συμμετέχουμε και ιδρύουμε καινούργια. 

Το Σωματείο Βάσης λειτουργεί αμεσοδημοκρατικά με γενικές συνελεύσεις γιατί θέλουμε να συμμετέχουν όλοι οι εργαζόμενοι, κι όχι κάποιοι να αποφασίζουν για το σύνολο. 

Το Σωματείο Βάσης έχει ταξική σύνθεση. Δηλαδή δεν μπορεί να είναι στο Σωματείο και το αφεντικό και ο εργαζόμενος. Όπως κι αν είναι το αφεντικό στην συμπεριφορά του αυτό δεν αναιρεί τη θέση του ως εχθρού μας. Άλλωστε τα αφεντικά έχουν τα δικά τους σωματεία που στόχος τους είναι να χτυπάν τους εργαζόμενους και τα Σωματεία μας. 

Το Σωματείο Βάσης έχει συγκεκριμένα αιτήματα για τον κλάδο του, αλλά αποτελεί και διαφωτιστικό όργανο των εργαζομένων για την πολιτική και κοινωνική αυτομόρφωση των μελών του. Παλεύει δηλαδή συγκεκριμένα ζητήματα όπως να μην γίνονται απολύσεις στον κλάδο, να μην υπάρχει μαύρη εργασία, να εγγράφει και να προστατεύει συμβασιούχους και επισφαλείς εργαζομένους αλλά πρέπει τα μέλη του να διαπαιδαγωγούνται πολιτικά ώστε να συνειδητοποιούν ότι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα, καμία βοήθεια ούτε από το Κράτος, ούτε από τα κόμματα, ούτε από την ίδια την ΓΣΕΕ και τα μεγάλα συνδικαλιστικά μορφώματα. Γιατί αυτά έχουν διαβρωθεί από εργατοπατέρες, δηλαδή ταξικούς εχθρούς. 

Μέσα από τα ταξικά Σωματεία Βάσης παλεύουμε για: 

την αποδόμηση του ιδεολογήματος της αστικής τάξης που επανέρχεται σε περίοδο κρίσης στο προσκήνιο περί “εθνικής ενότητας”. 

Δεν υφίσταται εθνική ενότητα, υπάρχει μόνο η εργατική τάξη και το κεφάλαιο τα συμφέροντα των οποίων είναι δια παντός αντίθετα και μόνο η επικράτηση του ενός επί του άλλου είναι ρεαλιστική λύση. 

το βάθεμα της κρίσης στην κατεύθυνση της εργατικής εξέγερσης και ολικής ανατροπής του καπιταλιστικού υπάρχοντος. Γνωρίζουμε ότι όσο υπάρχει καπιταλισμός θα υπάρχει και εκμετάλλευση. Αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε την κρίση σαν ευκαιρία μετατροπής της από οικονομικό εργαλείο του κεφαλαίου προς εκβιασμό των εργαζομένων, σε μια πολιτική και κοινωνική κρίση που θα μας βγάλει σε θέσεις επαναστατικής και ριζοσπαστικής σύγκρουσης με τον καπιταλισμό. 

την ξεκάθαρη και συνολική καταδίκη της ΓΣΕΕ που είτε σαν δομή (γραφειοκρατία, κρατικό όργανο) είτε σαν περιεχόμενο πάλης (κατάπτυστες συλλογικές συμβάσεις) έχει διαβεί εδώ και χρόνια τον Ρουβικώνα της ταξικής αντιπαράθεσης συμβαδίζοντας με το κεφάλαιο και εμφανίζεται πλέον ανοιχτά σαν ταξικός αντίπαλος επιφορτισμένος με το ρόλο του προκεχωρυμένου φυλακίου της αστικής τάξης στο εργατικό, προλεταριακό κίνημα. Κριτική ρήξης με το ΠΑΜΕ-ΚΚΕ σαν γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό οργανισμό που δεν διεκδικεί άμεσες εργατικές νίκες που θα ανοίξουν τον δρόμο στη ανατροπή του καπιταλιστικού υπάρχοντος, αλλά μέσα από το πλαίσιο πάλης του καταλήγει να προτείνει «εθνικά υπεύθυνες λύσεις ». 

Εποπτικό όργανο των παραπάνω πολιτικών αποτελεί πάντα η άμεση, δυναμική και κοινωνική δράση. 

Προσπαθούμε τον συντονισμό των Σωματείων και Πρωτοβουλιών στην κατεύθυνση του να διασπάσουμε τη ΓΣΕΕ και να δημιουργήσουμε δική μας Επαναστατική Εργατική Συνομοσπονδία, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζουμε την αυτοτελή πολιτική μας δράση. 

Στόχος είναι να συσπειρώσουμε το πιο δυναμικό και εξαθλιωμένο κομμάτι του προλεταριάτου και του πρεκαριάτου που αποτελεί κομμάτι των νέων εργατικών φιγούρων που συγκροτούν το σύγχρονο προλεταριάτο. Δεν έχουμε αυταπάτες ότι θα εκφράσουμε ταξικές συσσωματώσεις όπως ας πούμε τους διοικητικούς-κρατικούς υπαλλήλους. Δεν γίνεται και δεν θέλουμε. Ο μόνος τρόπος σύνδεσης με αυτά τα κομμάτια είναι μέσω της θέσης που θα πάρουν στην τελευταία και πιο οξυμμένη φάση του ταξικού ανταγωνισμού μετά από μια χρεοκοπία που θα οδηγήσει ένα κομμάτι τους -που δεν έχει προφτάσει να κάνει χρήματα- κοντά στην οριστική προλεταριοποίηση. Ακόμα κι έτσι όμως 10 και 20 χρόνια παρασιτικής καλοπέρασης με βυσματικούς όρους κομματικής εξάρτησης δεν ξεχνιούνται σε ένα μαγικό βράδυ. 

Στους εργοστασιακούς χώρους πρέπει να στηριχτούν οι αγώνες που θα προκύψουν λόγω της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης σε συνθήκες κρίσης, σε συνθήκες δηλαδή αποανάπτυξης και αναδιαμόρφωσης των όρων εκμετάλλευσης των δυνάμεων της εργασίας ώστε να ανοίξει νέος κύκλος πρωτογενούς κεφαλαιακής συσσώρευσης. 

Στόχος μας πρέπει να είναι να αναδεικνύουμε και να κάνουμε κατανοητό ότι οι αγώνες που εμφορούνται από την αιτηματολογία, άρα καθοδηγούνται από κάποιας μορφής σοσιαλδημοκρατική ηγεσία [συνήθως το ΚΚΕ] αποτελούν έναν φαύλο κύκλο ο οποίος αντικειμενικοποιεί την εργατική δύναμη και πολιτική και την κάνει εμπόρευμα διαχειρίσιμο από την «ηγεσία της» σε ένα άλλο εντελώς άσχετο πολιτικό πεδίο, αυτό της κεντρικής πολιτικής σκηνής από το οποίο οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να περιμένουν τίποτα, καθώς επίδικο της κεντρικής πολιτικής σκηνής είναι η εξουσία και η ίδια η αντικειμενικοποίηση της προλεταριακής δράσης από τους μεσάζοντες αποτρέπει οποιαδήποτε πιθανότητα ανατροπής των καπιταλιστικών συμφερόντων υπέρ του κόσμου της εργασίας. 

Άρα πάντα πρέπει να δείχνουμε ότι ακόμα και να κερδίσουν κάποια αιτήματα αυτά θα είναι προσωρινά και επιφανειακά, στην επόμενη στροφή όπου οι δυνάμεις του Κεφαλαίου θα κατακτήσουν νέες δυνάμεις από την υποβάθμιση των δυνάμεων της εργασίας, διαδικασία που θα συντελεστεί λόγω των συνθηκών ενδοταξικού ανταγωνισμού που θα διαμορφώσουν για την εργατική τάξη και τους ανέργους της, αυτά τα ζητήματα θα ξανατίθενται, μέχρι οι εργάτες να ηττηθούν. Άρα υπερασπιζόμαστε πάντα ακόμα και στον πιο μικρό αγώνα την προοπτική της Εργατικής Αυτοδιαχείρισης ακόμα και ως Ιδεολογικό Σύμβολο. Δηλαδή ακόμα κι αν δεν υπάρχουν αντικειμενικές συνθήκες για την αυτοδιαχείριση παρόλα αυτά οι εργάτες πρέπει να είναι με αυτή, να είναι υπέρμαχοι της Αυτοδιαχείρισης, να την κατανοούν και να την αποζητούν. Σε πρώτο στάδιο πρέπει να διαμορφωθούν πρωτοβουλίες Αλληλεγγύης από την Αναρχική Οργάνωση και τα Εργατικά Σωματεία σε όλους τους εργατικούς αγώνες, και Διαρκής Συνέλευση Αλληλεγγύης [με τη συμμετοχή γειτονιών σωματείων, οργανώσεων κλπ] σε οποιοδήποτε χώρο μπορέσει να περάσει σε διαδικασία Αυτοδιαχείρισης. 

Στον ιδιωτικό τομέα, επιδιώκουμε την σύγκρουση επί τόπου. Δεκάδες αγώνες έχουν ήδη ξεσπάσει και θα ξεσπάσουν ακόμη περισσότεροι. Τόσοι όσο ποτέ άλλοτε. Κυρίως στους τομείς του επισιτισμού αλλά και σε άλλους κλάδους, όπου το πρεκαριάτο δείχνει πιο δυναμικά στοιχεία πάλης. Μέσα από τα Σωματεία μας και τις Επιτροπές πρέπει να ασκήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερη εργατική τρομοκρατία, με σαμποτάζ, απεργίες, διαδηλώσεις, φυσική βία απέναντι στα αφεντικά και τους μπράβους τους. Είναι πολύ σημαντικό οι εργαζόμενοι που διατρέχουν κίνδυνο επιβίωσης και δέχονται την εργοδοτική τρομοκρατία να θεωρούν ότι απέναντί της υπάρχει ένας οργανισμός που μπορεί να αντιτάξει τη δική του τρομοκρατία. Ακόμα κι εκεί, ακόμα και στην πιο μικρή επιχείρηση, για το πιο μικρό αίτημα εμείς πρέπει να βάζουμε πρώτο το ζήτημα της Αυτοδιαχείρισης. Το συνδικαλιστικό μας πλαίσιο περιορίζεται σε δυο κουβέντες «ζητάμε τα πάντα» εφόσον τα αφεντικά δεν μπορούν να τα δώσουν γιατί τότε φυσικά θα έπαυε ο παρασιτικός τους ρόλος διεκδικούμε να αναλάβουμε εμείς την παραγωγή και την διεύθυνση. Εάν ας πούμε το αφεντικό μπορεί να δίνει 1500Ε μισθό τότε ο ρόλος μας είναι να ζητάμε 1501Ε που δεν μπορεί να δώσει και να πάμε σε σύγκρουση, αλλιώς γνωρίζουμε ότι το 1500Ε στην επόμενη στροφή μπορεί να γίνει -καλή ώρα- 200Ε χωρίς ένσημα και 12ωρο. Κεντρικό πρόταγμά μας είναι η αλλαγή του τρόπου παραγωγής. 

Στον πρωτογενή τομέα και την αγροτική παραγωγή, πρέπει να γίνει όσο το δυνατόν ευρύτερα κατανοητό ένα πλαίσιο που ενέχει ιδιαίτερα ιδεολογικά χαρακτηριστικά, ξεκινώντας από την αφετηρία ότι η «εποχή των επιδοτήσεων» έχει παρέλθει καθώς ολοκλήρωσε την καταστροφική αποστολή της να δημιουργήσει δηλαδή παραγωγούς εξαρτημένους από το μακροοικονομικό σχέδιο των διεθνών οργανισμών της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. 

Ουσιαστικά η όλη διαδικασία υπήρξε το ανάλογο μακρύ χέρι του βιοπολιτικά σοσιαλδημοκρατικού φορντικού μοντέλου αποξένωσης του αγρότη-παραγωγού από την ίδια τη διαδικασία παραγωγής του εκάστοτε εργατικού προϊόντος. Το σχέδιο για την ανάπτυξη μιας άλλης παραγωγής στην αγροτική καλλιέργεια επαναφέρει συν τοις άλλοις δειλά-δειλά την επανοικειοποίηση του τρόπο παραγωγής από τους επίδοξους παραγωγούς[12]

Η δε κρίση και το κλείσιμο της κάνουλας χρηματοδότησης από τον κρατικό και ευρωπαϊκό κορβανά μειώνει τη δυναμική της εξαρτημένης εργασίας και δημιουργεί νέους συσχετισμούς υπέρ της αυτοαπασχόλησης των παραγωγών έναντι των αγροτικών καρτέλ που κυρίως εκμεταλλευόντουσαν τα φτηνά εργατικά χέρια των μεταναστών. 

Η προσπάθεια επανάπτυξης του εθνικού γεωργικού δικτύου σε νέες βάσεις, πρέπει να περάσει μέσα από την δημιουργία ανεξάρτητων από την κρατική και ευρωπαϊκή χρηματοδότηση συνεταιρισμών συλλογικής ιδιοκτησίας της γης. 

Αυτή είναι μια πολιτική πρόταση η οποία ενώ δημιουργεί μια διέξοδο πάνω στο ζήτημα της ανεργίας και της τροφοδότησης, παράλληλα καταδεικνύει μπροστά στα μάτια των πιο δύσπιστων αγροτών τα ωφελήματα που μπορούν να προκύψουν μέσα από την αλλαγή του τρόπου παραγωγής. Οι ακομμάτιστοι συνεταιρισμοί είναι το πρώτο μικρό μα απαραίτητο βήμα, η βάση από την οποία μπορούν να τεθούν με πιο ρεαλιστικούς όρους ζητήματα πάνω στο πώς, για ποιόν και γιατί παράγουμε κάτι, ενώ μπορεί να συζητηθεί και πρέπει -επιτέλους- ανοιχτά το θεμελιώδες ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας. 

Είναι μέσα στα πλαίσια των αγροτικών ταξικών συνεταιρισμών που πρέπει να καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία, και η εκμετάλλευση των ακτημόνων, και των ντόπιων ή/και μεταναστών αγροτών γης. 

Εδώ πρέπει να γίνει μια βασική υποσημείωση γύρω από το κίνημα της πατάτας. Το κίνημα αυτό άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση την οποία δεν μπορούμε να αφήσουμε με τίποτα έξω από αυτή την ανάλυση. Μια ρεαλιστική αναρχική πολιτική πρέπει να αντιληφθεί τα θετικά και αρνητικά που ενέχει η όλη διαδικασία και να καταθέσει μια πρόταση που θα υπερασπίζεται στην πράξη τα συμφέροντα των εργαζομένων και των φτωχών γενικότερα. 

Είπαμε και πιο πάνω ότι αφ’ ενός το κίνημα της πατάτας μπορεί να δώσει μια θετική ιδεολογική χροιά πάνω στο ζήτημα της παραγωγής καθώς καταδεικνύει με έργα ότι οι έμποροι-μεσάζοντες είναι παράσιτα που δεν χρειάζονται απολύτως σε κανέναν. Μια καθ’ αυτό αναρχική πολιτική και ιδεολογική θέση. Η διεύρυνση όμως αυτής της σωστής θέσης με όρους κοινωνικής επιβολής των εργατικών συμφερόντων έχει ακόμα αρκετό δρόμο μπροστά της. Όπως είπαμε και πιο πάνω μπορούμε να δούμε την όλη διαδικασία ως μια θετική βάση η οποία παρήχθη ως αποτέλεσμα μιας ταξικής συνεργασίας ανάμεσα στη μικρομεσαία αγροτιά και κομμάτια της εργατικής τάξης. 

Προς το παρόν όμως σήμερα το πάνω χέρι σε αυτή τη συνεργασία το έχουν τα μικρομεσαία στρώματα και όχι οι εργάτες. Αυτό συμβαίνει γιατί ακόμα δεν έχει μπει κανένα ζήτημα πάνω στο πως παράγονται τα εν λόγω προϊόντα. 

Και όταν λέμε πως δεν εννοούμε τις σάχλες περί υγειονομικού των εμπορικών επιμελητηρίων, αλλά με ποιες εργασιακές συνθήκες παράγονται στο χωράφι τα προϊόντα. Είναι προβληματικό π.χ. οι παραγωγοί ντομάτας της Μανωλάδας να θεωρούνται κοινωνικοί ευεργέτες εάν μειώσουν την τιμή του προϊόντος ενώ έχουν στη δούλεψή τους εργάτες τους οποίους τους βασανίζουν και τους αφήνουν νηστικούς για μέρες. 

Το θέμα με λίγα λόγια δεν είναι να δημιουργήσουμε μια Κίνα μέσα στη χώρα για να επιβιώσει ένα κομμάτι της εργατικής τάξης εις βάρος του πιο υποβαθμισμένου κομματιού της. Κι εδώ είναι που μπαίνει ένα εξόχως πολιτικό θέμα. Η πρόταση που πρέπει να κατατεθεί δεν είναι φυσικά η καταδίκη της διαδικασίας συναλλαγής παραγωγού-καταναλωτή αλλά η εμβάθυνση και ο κοινωνικός έλεγχος. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Όταν ξεκίνησε αυτό το κίνημα, η πρώτη παραγγελία δόθηκε από μια συνέλευση αγωνιζόμενων πολιτών στην Κατερίνη. Σήμερα βλέποντας που μπορεί να φτάσει το πράγμα και προσπαθώντας λυσσασμένα να ενσωματώσει [ακόμα και την ύστατη ώρα] διαδικασίες βάσης, το κράτος ανέλαβε την διανομή και οργάνωση του πράγματος μέσω της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αυτό είναι εγκληματικό. 

Δείχνει ότι ο εργαζόμενος κόσμος δεν έχει κατανοήσει τίποτα από τα διδάγματα που του έδωσε η ίδια η πραγματικότητα της κρίσης. Το να αναλάβουν οι δήμοι την οργάνωση της διανομής είναι μια τακτική σοσιαλδημοκρατικής παρέμβασης στη βάση της οικονομικής αποανάπτυξης που κυριαρχεί. Με απλά λόγια, σήμερα που δεν υπάρχει περίπτωση το κράτος να ανεβάσει τους μισθούς κανενός, επιφορτίζει τους δήμους να αναλάβουν την οργάνωση της διανομής των συναλλαγών ανάμεσα σε παραγωγούς και καταναλωτές για όσο αυτό θεωρηθεί σκόπιμο. Επειδή δεν μπορεί να καταστείλει άμεσα ένα τέτοιο κοινωνικά αναγκαίο κίνημα αυτομείωσης των τιμών στα ήδη πρώτης ανάγκης προσπαθεί να το αποικήσει με θεσμικές δυνάμεις ώστε να τα ξεφορτωθεί αργότερα μέσω των δούρειων ίππων του, τους δήμους. 

Οι δήμοι όχι μόνο δεν μπορούν να ελέγξουν τους παραγωγούς αλλά μπορούν κάλλιστα να δημιουργήσουν νέες σχέσεις διαφθοράς. Ποιος θα ελέγχει τις τιμές ώστε αυτές να μην αυξάνονται; Ποιο κοινωνικό σώμα θα αποτελεί ένα διαρκές εποπτικό όργανο της διαδικασίας ώστε να μην χρησιμοποιείται το δημόσιο χρήμα των δήμων για τη δημιουργία φαινομένων διαφθοράς που θα κλονίσουν και εν τέλει θα καταστρέψουν την όλη διαδικασία; Ένας τρόπος υπάρχει και αυτός είναι η λαικές συνελεύσεις των πολιτών. 

Το όλο ζήτημα πρέπει να επανέλθει στα χέρια των λαϊκών συνελεύσεων οι οποίες πρέπει να ελέγχουν τις τιμές των παραγωγών, να προτιμούν τους συνεταιρισμούς για τη προμήθεια προϊόντων και να διασφαλίζουν την σωστή και οργανωμένη διανομή. 

Αλλιώς, όπως κάθε άλλη φορά που ένα κίνημα βάσης ήρθε σε επαφή με κρατικό χρήμα, έτσι και τώρα το κίνημα θα πεθάνει από το σφιχτό εναγκαλισμό της θεσμικής εξουσίας. Η οποία ταυτόχρονα θα μπορεί να καμαρώνει ότι έδωσε φτηνό φαί στο λαό, εξαργυρώνοντας στις κάλπες τα λαμόγια-δήμαρχοι μια υπηρεσία στην οποία και αυτοί έχουν παρασιτικό ρόλο. Οι φτωχοί πρέπει να βγάλουν ένα βασικό δίδαγμα από την όλη υπόθεση. Δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα από κανέναν, δεν μπορείς να είσαι ένας απλός καταναλωτής που θα τρέχει όπου υπάρχει καλύτερη προσφορά. 

Πρέπει να συμμετάσχεις. Δημιούργησε -αν δεν υπάρχει- λαική συνέλευση στη γειτονιά σου, συμμετείχε αν υπάρχει, αγνόησε τους κομματικούς ταγούς που ξεφυτρώνουν στις λαικές διαδικασίες, σκέψου σαν εργάτης, σαν φτωχός απομόνωσε τους πλούσιους δεν έχουν ανάγκη από φτηνή πατάτα, διαπραγματεύσου με αγροτικούς συνεταιρισμούς, στήσε το δικό σου δίκτυο διανομής, έλα σε επαφή με άλλα παρόμοια εγχειρήματα, μην έρθεις ποτέ σε επαφή με κρατικούς φορείς εξουσίας όποιοι κι αν είναι αυτοί. Μάθε πως λειτουργούν οι συνεταιρισμοί, στήριξε συλλογικοποιημένες μορφές παραγωγής, απομόνωσε τους μεγαλοπαραγωγούς που είναι και μεγαλοεκμεταλλευτές, μάθε που πηγαίνουν τα χρήματα που πληρώνεις. Ενδιαφέρσου για τον άνεργο συνάνθρωπό σου, ίδρυσε νέους συνεταιρισμούς. Μην περιμένεις ο δήμαρχος να τα κανονίσει, οι δήμαρχοι στην πρώτη ευκαιρία θα τα ξευτιλίσουν –όπως έκανε το κράτος με τους δημόσιους οργανισμούς- για να απογοητευτείς και να τα παρατήσεις. Να ένας ρεαλιστικός τρόπος για να πάρει η εργατική τάξη το πάνω χέρι σε αυτό το αλισβερίσι. 

Όσον αφορά στο πανεπιστήμιο και γενικότερα στο χώρο της παιδείας πρέπει να κατανοηθεί πρώτα απ’ όλα ότι δεν είναι τα πανεπιστήμια και οι σπουδαστικοί χώροι γυάλες όπου στο εσωτερικό τους δημιουργούνται ιδιαίτερες καταστάσεις άσχετες με τα όσα συμβαίνουν στο κοινωνικό πεδίο. Αντιθέτως η κατάσταση στα πανεπιστήμια αντικατοπτρίζει τις συνθήκες που επικρατούν στην κοινωνία. 

Η πάλη μας μέσα στους χώρους μάθησης πρέπει να διεξαχθεί όχι πια γύρω από συντεχνιακά αιτήματα αλλά γύρω από το βασικό ταξικό ζήτημα της πρόσβασης των φτωχών στη γνώση. Το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα οφείλει να μετατραπεί -και έτσι μόνο θα μπορέσει να υπάρξει ως επαναστατικό κίνημα νεολαίας- σε οργανικό τμήμα του εργατικού κινήματος. Το να θες να κάνεις καλύτερο το πανεπιστήμιο σήμερα μέσα στον καπιταλισμό είναι σα να θέλεις να κάνεις καλύτερο τον ίδιο τον καπιταλισμό. Ένα αναδιαρθρωμένο πανεπιστήμιο σε ακόμη πιο προωθημένες καπιταλιστικές βάσεις δεν θα έχει τίποτε να δώσει πια στους φτωχούς. 

Θα είναι αποκλειστικά η ταξική θέση η οποία θα καθορίζει τις θέσεις και όχι μια επίπλαστη «ικανότητα». Και γι’ αυτή την ανατροπή δεν θα ευθύνονται μόνο τα δίδακτρα και το κόστος σπουδών που θα υψώσουν νέους αδιαπέραστους ταξικούς φραγμούς στην παιδεία, αλλά και οι ιδιαίτερες κοινωνικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν. Εφόσον δηλαδή το πανεπιστήμιο πάψει να «δίνει δουλειά» στους αποφοίτους, τότε θα είναι απλά ένα αχρείαστο βάρος για την λαική οικογένεια, που αποσπά το παιδί από την πραγματική μάχη του να βρει μια οποιαδήποτε σκατοδουλειά πληρωμένη με ψίχουλα. Το πανεπιστήμιο θα ξαναγίνει μια πολυτέλεια για την εργατική τάξη, όπως ήταν κάποτε. Ο συλλογικός νους των εργαζομένων θα απορρίψει την προσπάθεια εισαγωγής των παιδιών στο πανεπιστήμιο. Η καπιταλιστική κρίση οδηγεί στην ανεργία τους επιστήμονες, και δημιουργεί μια πελώρια δεξαμενή εξειδικευμένου προλεταριάτου. Η εντατικοποίηση των σπουδών θα σταματήσει για τα παιδιά της εργατικής τάξης και θα ξεκινήσει η εντατικοποίηση της εργασίας με όρους στρατοπέδου συγκέντρωσης για όσους «τυχερούς» θα έχουν μια θέση στα σύγχρονα «Τreblinka» και δεν πεταχτούν απ’ ευθείας στο περιθώριο μέσω της άμισθης σκλαβιάς. 

Η επαναφορά της αξίας της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μπορεί να επανακτηθεί μόνο μέσα από την ανατροπή του τρόπου καπιταλιστικής παραγωγής και αναπαραγωγής, όταν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα θα παράγουν επιστήμονες ικανούς να εργάζονται υπό το καθεστώς της κοινωνικοποιημένης συλλογικής εργασίας, μορφή παραγωγής η οποία θα εξαλείψει για πάντα την ανεργία. 

Είναι γι’ αυτό το λόγο που πρέπει το φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα όχι μόνο να συνδεθεί με το εργατικό κίνημα αλλά να συμβάλλει στην ανάπτυξη ενός επαναστατικού προγράμματος πάλης με στόχο την κομμουνιστική παραγωγή. Οι Αναρχικοί, η Οργάνωσή τους, τα Σωματεία του κινήματος και οι σύλλογοι θα πρέπει να δημιουργήσουν και δικά τους ελευθεριακά εκπαιδευτικά ιδρύματα, τα οποία θα εκπαιδεύουν τα παιδιά του λαού τουλάχιστον όσο διαρκεί αυτή η φάση διαμόρφωσης του νέου ταξικού πεδίου πάλης γύρω από την εκπαίδευση με όρους οικονομικής παραγωγής, καθώς μετά την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τα πανεπιστήμια θα ταυτίζονται με τα αυτοδιευθυνόμενα κοινωνικά ελευθεριακά ιδρύματα, αντικατοπτρίζοντας και πάλι την νέα κοινωνική συνθήκη που έχει διαμορφωθεί. Όσα παιδιά -και θα είναι πολλές χιλιάδες αυτά- δεν μπορούν να συμμετέχουν στην δημόσια εκπαίδευση -εάν υπάρχει ακόμα αυτή- θα πρέπει να καταρτίζονται ώστε να μπορούν να βρίσκουν δουλειά μαθαίνοντας παράλληλα και το μάθημα του αγώνα μέσω των αυτόνομων προγραμμάτων εκπαίδευσης των ελευθεριακών ιδρυμάτων[13]

Ειδική πολιτική πρέπει να παραχθεί γύρω και από τους άνεργους. Οι άνεργοι θα πρέπει να είναι η πιο μαχητική μονάδα του εργατικού – επαναστατικού κινήματος. Σε οργανική σύνδεση με τις δυνάμεις στο εργατικό κίνημα και μέσω της Οργάνωσης των Ανέργων σε Συνδικάτο πρέπει να στηριχτούν ώστε να προβούν άμεσα σε καταλήψεις αγροτικών εκτάσεων για τη δημιουργία συνεταιρισμών, σε καταλήψεις παραγωγικών δομών που κλείνουν και να τις λειτουργούν αυτοδιαχειριστικά από κοινού με τους απολυμένους εργάτες μειώνοντας τις ώρες εργασίας. 

Να συμμετέχουν στις απεργίες και όλες τις εκδηλώσεις πάλης του εργατικού κινήματος, με μέσα το σαμποτάζ στην παραγωγή, και την γενική πολιτική απεργία, ώστε με τη νίκη του εργατικού κινήματος να νικήσουν και οι άνεργοι. Με την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που θα σημάνει το πρώτο βασικό βήμα στην κατεύθυνση της κοινωνικής χειραφέτησης θα πρέπει να μειωθούν άμεσα οι ώρες δουλειάς για όλους ώστε να δουλεύουν όλοι. 

Παράλληλα με την κοινωνική και ταξική πάλη του κινήματος, οι αναρχικοί μέσω της Οργάνωσης, των Σωματείων και των Συλλόγων, των λαϊκών συνελεύσεων θα πρέπει να φροντίσουν να μην πεθάνουν της πείνας οι άνεργοι σύντροφοι. 

Αφενός διοργανώνουμε σταθερά λαικά συσσίτια υποστήριξης και αλληλεγγύης στους πιο φτωχούς συνανθρώπους μας. Όμως αυτό δεν αρκεί. 

Πρέπει να μπορούμε να δίνουμε όσο το δυνατόν σε πιο διευρυμένα κοινωνικά στρώματα καταπιεσμένων άμεσες λύσεις. Πρέπει να συγκροτήσουμε δίκτυα αλληλεγγύης ώστε να εξασφαλίσουμε τα μέσα να δημιουργηθούν νέοι συνεταιρισμοί που δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας και θα εξασφαλίζουν ένα έστω και μικρό εισόδημα στους φτωχούς. 

Παράλληλα μπορούμε συνεχίζοντας την πολιτική πάλη να καταδεικνύουμε μέσω των συνεταιριστικών εγχειρημάτων την λειτουργικότητα της ιδεολογικής μας βάσης και θέσης σε ακόμα μεγαλύτερα ακροατήρια καταπιεσμένων. 

Οι αναρχικοί πρέπει να πρωτοστατήσουμε στην ίδρυση λεσχών του Συνδικάτου Ανέργων σε κάθε γειτονιά, οι οποίες θα αναπαράγουν τους δεσμούς αλληλεγγύης σε κοινωνικό επίπεδο μεταξύ των Ανέργων. Επίσης πρέπει να προπαγανδίζουμε την δημιουργία ενός ευρύτερου της Οργάνωσής μας πολιτικού σώματος το οποίο θα συγκροτείται από τα Σωματεία εργαζομένων και Ανέργων, των λαικών συνελεύσεων και των Αυτοδιαχειριζόμενων παραγωγικών μονάδων το οποίο, εν ήδη δυαδικής εξουσίας θα διεκδικεί την απόσπαση όλων των πολιτικών και νομοθετικών εξουσιών από το αστικό σύστημα εξουσίας με στόχο την καταστροφή τόσο του αστικού συστήματος, όσο και της ίδιας της εξουσίας, μέσω της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας αλλά και της διαχωρισμένης εξουσίας που προκύπτει από το διαχωρισμό της οικονομίας από την πολιτική. Όλες οι παραπάνω προσπάθειες πρέπει να κινούνται προς αυτή την κοινή ιδεολογική και πολιτική κατεύθυνση, και να αποτελούν τα κύτταρα υπεράσπισης και υλοποίησης της μέσα στην κοινωνία. 

Η οργάνωση στις γειτονιές είναι άλλο ένα θέμα που πρέπει να μας απασχολήσει έντονα. Με βάση τα ταξικά χαρακτηριστικά, δημιουργούμε συνελεύσεις στις γειτονιές. Με βάση την αλληλοβοήθεια και την κοινωνική αλληλεγγύη και μέσω αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών μαθαίνουμε τα προβλήματα των συγκατοίκων, συζητάμε προστατεύουμε ο ένας τον άλλο, και βρίσκουμε συλλογικές λύσεις. Δημιουργούμε κουλτούρα συλλογικής δράσης και σπάμε τον ατομικισμό. 

Αναπτύσσουμε ένα αγωνιστικό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο με όρους καθημερινότητας των φτωχών ανθρώπων. Κάνουμε Εργατική άρνηση πληρωμών απέναντι σε κράτος και κεφάλαιοκαι στηρίζουμε τον διπλανό μας απέναντι σε μεθοδεύσεις της κρατικής καταστολής. Σπάμε στο ξύλο όλοι μαζί, όποιον κάνει τον άσχετο και έρχεται να κόψει κανά ρεύμα να κλέψει και να λεηλατήσει δηλαδή με «άνωθεν έντολές» ότι απέμεινε από τη ζωή και την αξιοπρέπεια των φτωχών. Δεν πληρώνουμε τίποτα σε κράτος και αφεντικά[14]. Κάνουμε μαζική άρνηση πληρωμών απέναντι σε χαράτσια, φόρους, μέτρα και ότι άλλο προκύψει. Ένας τρόπος άμεσης αντιπαράθεσης με οποιαδήποτε εξουσία είναι η άρνηση του πληθυσμού να πληρώσει φόρους και εισφορές. Ο όγκος των χρημάτων που δεν επιστρέφουμε στις τσέπες των ελλήνων και ξένων κεφαλαιοκρατών καταδεικνύει πόσο έτοιμοι είμαστε για μια διαφορετική κοινωνική συγκρότηση, καθώς αποτελεί casus belli για τα αφεντικά. 

Μια ειδική κατηγορία στη σύνθεση της σύγχρονης εξαθλιωμένης μάζας των καταπιεσμένων είναι οι μετανάστες. Οι αναρχικοί πρέπει να καταρτίσουμε και σε αυτή την περίπτωση ένα πλάνο το οποίο δεν θα αποθεώνει την ιδεοληψία σε βάρος των πραγματικών συνθηκών. 

Η μετανάστευση είναι ανοιχτή πληγή στο σώμα του πλανήτη και των ανθρώπων του. Η μετανάστευση είναι κακό πράγμα, γιατί είναι πάντα παράγωγο εξουσιαστικής βίας, αλλιώς δε θα λεγόταν μετανάστευση αλλά τουρισμός. 

Η βία αυτή σήμερα έχει όνομα και διαδρομή και είναι φοβερά επικερδής σε όλα τα επίπεδα γι’ αυτό και συνεχίζεται αμείωτη η άσκησή της, από τους εξουσιαστές. Πολυεθνικές εταιρίες που ελέγχουν τις αστικές κυβερνήσεις, βάζουν τους μισθοφορικούς και εθνικούς στρατούς να κάνουν πολέμους και να βομβαρδίζουν χώρες. Εγκαθιστώντας κυβερνήσεις Κουίσλινγκ εκμεταλλεύονται τους εθνικούς πόρους και κερδίζουν. Δημιουργούνται μεταναστευτικά ρεύματα από απελπισμένους ανθρώπους, τους αναλαμβάνουν οι λαθρέμποροι ανθρώπων οι οποίοι κερδίζουν. Μπαίνουν στην Ευρώπη τους μισούς τους χρησιμοποιούν τα αφεντικά ως εργαζόμενους και τα αφεντικά κερδίζουν. Τους υπόλοιπους εξαθλιωμένους τους γκετοποιούν σε περιοχές στα κέντρα των μητροπόλεων. Υποβαθμίζεται η περιοχή. Μεγάλες εταιρείες real estate αγοράζουν φτηνά σπίτια ντόπιων οι οποίοι φύγουν από την περιοχή. Οι ίδιες εταιρείες διαπλεκόμενες με πολιτικά πρόσωπα, βάζουν τις κυβερνήσεις μετά από κάποιο χρονικό διάστημα να «καθαρίσουν» τις γειτονιές στέλνοντας τους μπάτσους να μαζέψουν τα ανθρώπινα σκουπίδια και να τα αδειάσουν με τις κλούβες- απορριμματοφόρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης-χωματερές ανθρώπων, όπου δεν θα μπορεί κανείς να μπει και να δει πως ζουν σαν ζώα, όταν δεν πεθαίνουν. Οι εταιρείες real estate κερδίζουν. 

Μια επισήμανση εδώ. Συνηθίζεται να χρησιμοποιείται τελευταία η απίστευτη φράση, φυσικά από τους πιο γελοίους τύπους: «και τι φταίω εγώ». Αυτή η φράση λέγεται συνήθως από κάτι μεσοαστούς ΠΑΣΟΚους και νεοδημοκράτες, οι οποίοι ενώ έχουν ψηφίσει χίλιες φορές τα κόμματα τα οποία συμμετείχαν σε όλους τους βομβαρδισμούς που διοργάνωσαν τα διεθνή ιμπεριαλιστικά κέντρα σε όλο τον πλανήτη υποστηρίζοντας τελικά την διαδρομή κέρδους όλων των παραπάνω τώρα κάνουν την παλαβή. Δυστυχώς ίδια αντανακλαστικά επιδεικνύουν και μεγάλα κομμάτια των κατώτερων τάξεων που δεν μπορούν ή δεν ενδιαφέρονται να συνδυάσουν αίτια και αποτελέσματα ειδικά πάνω στο μεταναστευτικό ζήτημα. 

Παρόλα αυτά, εδώ υπάρχει ένα αληθινό πρόβλημα που έχει να κάνει με την εργασία και την κρίση, ειδικότερα στην Ελλάδα, στην οποία διακρίνονται εντονότερα τα συμπτώματα της τελικής σπείρας της δομικής κρίσης. Όλοι αυτοί οι μετανάστες ήρθαν εδώ για να δουλέψουν. Με 30% όμως επίσημη ανεργία αυτό είναι απλά αδύνατον. Είναι αδύνατον δηλαδή ο αποανεπτυγμένος καπιταλισμός να ενσωματώσει όπως έκανε τα προηγούμενα χρόνια την υποτιμημένη εργατική δύναμη των μεταναστών. 

Προτιμά να φέρνει την τιμή της εργατικής δύναμης των ντόπιων καταρτισμένων προλετάριων στα ίδια επίπεδα με αυτής των μεταναστών. Άρα υπάρχει μεγάλο πρόβλημα. Καθώς δεν μπορεί αυτή η μάζα να δουλέψει θα επικουρεί τους ντόπιους λούμπεν σε εγκληματικές πράξεις. Θα κλέψουν για να φάνε όπως κάνει κάθε πεινασμένος ανεξαρτήτως φυλής και χρώματος. Πόσο μάλλον όταν μετά το Δουβλίνο ΙΙ τους κρατάς εγκλωβισμένους με το ζόρι εδώ, δημιουργώντας μια κόλαση για όλους. 

Μοιραία η κατάσταση θα πάρει την εξής τροπή. Πολλοί μετανάστες θα βρεθούν κλειδωμένοι σε φυλακές αφού πια είναι αχρείαστοι, ενώ η πολιτική ζωή θα εκφασιστεί μέσα σε ένα απόγευμα αφού τα αμόρφωτα καταπιεσμένα στρώματα θα βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος. Θα νοιώθουν μόνο τα αποτελέσματα μιας αλληλουχίας πολιτικών αποφάσεων και θα κρίνουν με βάση αυτά χωρίς να κατανοούν τις βαθύτερες αιτίες. 

Η επαναστατική πολιτική θα χάσει τα βασικά της κοινωνικά ερείσματα ώστε να αντισταθεί στην καπιταλιστική επίθεση αφού θα προσπαθήσουν οι αστοί με όλους τους τρόπους να διασπάσουν την εργατική τάξη και τους ανέργους, στρέφοντας την προς τον φασισμό. Σε αυτή τη μάχη δεν μπορείς να πας με γενικά ιδεολογικά συνθήματα γιατί όλες σου οι απόψεις θα είναι καρφωμένες στον τοίχο. Εμείς πρέπει να οργανώσουμε στα σωματεία μας όσους μετανάστες δουλεύουν ακόμα και να ζητήσουμε όσοι μένουν εδώ να πάρουν χαρτιά, παράλληλα η Ελλάδα να αρνηθεί την συνθήκη του Δουβλίνου ΙΙ, να εξαιρεθεί από αυτήν[15], και να αφήσει τους μετανάστες να πάνε σε όποια χώρα θέλουν. 

Για όσους μετανάστες έχουν επιλέξει το δρόμο του dealer και της μαφίας δυστυχώς δεν υπάρχει λύση. Θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εχθροί. Το κίνημα πρέπει να προσπαθήσει να καθαρίσει τις λαικές γειτονιές από τους μαφιόζους και τους ναρκοεμπόρους συγκρουόμενο μαζί τους ασχέτως του σε πια φυλή ανήκουν. Το να πεινάει κάποιος είναι σεβαστό αλλά ακόμα και τότε μπορεί να διαλέξει την πλευρά του αγώνα ή την πλευρά του κοινωνικού κανιβαλισμού. Και στην κατοχή πεινούσε ο κόσμος αλλά δεν μπορεί να νοηθεί επαναστατικό κίνημα που παρέχει δικαιολογίες στους μαυραγορίτες «γιατί πεινούσαν κι αυτοί οι καημένοι». 

Για αυτόν που διαλέγει έστω και με μεγάλο βαθμό εξαναγκασμού την καταστροφή του διπλανού του ως μέσο για την δική του επιβίωση δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Οι αναρχικοί ιστορικά ήταν πάντα ότι πιο αντίθετο υπήρξε ποτέ απέναντι στην έννοια του κοινωνικού κανιβαλισμού. 

Τέλος μερικές παρατηρήσεις πάνω σε αυτό που ονομάζεται κεντρικός πολιτικός λόγος που αντιστοιχεί στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό. 

Ξεκινώντας από τις εκλογές. Η συμμετοχή, ή μη των Αναρχικών, σε εκλογές (εργατικών) σωματείων – (φοιτητικών) συλλόγων και άλλων οργάνων που μπορούν [λειτουργώντας αμεσοδημοκρατικά και αντιπαραθετικά στους εξουσιαστικούς θεσμούς] να αποτελέσουν όργανα βάσης της εργατικής δημοκρατίας και της κοινωνικής Αυτοδιεύθυνσης δεν αποτελεί ζήτημα αρχής για τους κοινωνικούς αναρχικούς αλλά ζήτημα πολιτικής τακτικής. Μάλλον το καταστασιακό και πρόσφατα το Post-anarchy ρεύμα έχει τέτοιους ιστορικούς προβληματισμούς που δεν μας αφορούν άμεσα. Αντιθέτως οι εκλογές ανάδειξης αντιπροσώπων στους αστικούς θεσμούς είναι πάντα πράξη συναίνεσης και αποδοχής του αστικού συστήματος. 

Άλλωστε ειδικότερα σήμερα, αποτελεί και τακτικά λανθασμένη η οποιαδήποτε κίνηση συναίνεσης προς το καθεστώς. Με απλά λόγια τι νόημα θα έχει τι και αν θα ψηφίσουμε στις εκλογές αν είναι να ψάχνουμε τροφή στα σκουπίδια; Κάνουμε πολιτική για να προωθήσουμε το σύνθημα της κατάργησής της, ως διαχωρισμένης διαδικασίας και εξουσίας από την σφαίρα της κοινωνίας και της οικονομίας της. 

Καταργώντας την διαχωρισμένη πολιτική εξουσία που επιβάλλεται στην «οικονομία» ξαναδίνουμε στους όρους τον χαμένο απλό λεκτικό ορισμό τους, ορίζοντας την πολιτική ως τη συλλογική διαπραγμάτευση της κοινωνίας πάνω στο τρόπο ισόνομης διανομής των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, και την οικονομία ως τη συλλογική διαπραγμάτευση της κοινωνίας πάνω στην ισόνομη διανομή των πόρων αναπαραγωγής σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. 

Γύρω από τα μέσα προπαγάνδας που χρησιμοποιεί το κίνημα, θέμα γύρω από το οποίο έχει γίνει πολύς λόγος. Δεν χρειάζεται εδώ να υπάρξει και πάλι η τοποθέτηση του ζητήματος με αξιακούς όρους. Θα αρκεστούμε να πούμε ότι η μη χρήση των μέσων διαμεσολάβησης γνώμης του αστικού καθεστώτος πρέπει να είναι αντιστρόφως ανάλογη με την δημιουργία και ανάπτυξη των δικών μας μέσων. 

Για το τέλος αφήσαμε τον δρόμο. Σίγουρα πολύ σημαντικό. Στον δρόμο και ειδικότερα σε συνθήκες σύγκρουσης ή και μαζικής εξέγερσης, θα είναι ωφέλιμο και πάλι νομίζω για το κίνημα να προσπαθούμε να αντιστοιχούμε κοινωνικές δυναμικές και διεργασίες με συλλογικές φιγούρες και ενέργειες. Εννοείτε ότι η υιοθέτηση τακτικών στοχευμένης βίας από όσο το δυνατόν ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια αποτελεί στοίχημα για το ρίζωμα της αντίληψής μας μέσα στην κοινωνία για διαρκή δυναμικό αγώνα απέναντι στην εξουσία τους κράτους και του κεφαλαίου. 

Αντιθέτως η τυφλή βία η οποία δεν κατευθύνεται απέναντι σε σημαντικούς στόχους και μπορεί να βάλει σε κίνδυνο ακόμα και εργαζόμενους πρέπει να τσακίζεται από τους αναρχικούς. Το να κερδίσει η αναρχική αντίληψη στο δρόμο μπορεί υπό όρους να αποτελέσει βήμα προς την κοινωνική απελευθέρωση, το να κερδίσει η λογική του λούμπεν στο δρόμο και στο δημόσιο χώρο γενικά σημαίνει σίγουρα εκτροπή προς των κοινωνικό κανιβαλισμό. 
Βασικά πάνω απ’ όλα στη συμμετοχή κόσμου σε μια σύγκρουση που μπορεί να πάρει διαστάσεις εξέγερσης μας ενδιαφέρει όχι τόσο το πολιτικό-κομματικό περίβλημα αλλά η κοινωνική θέση. Π.χ. οι αναρχικοί δεν έχουν καμία δουλειά στις συγκρούσεις των ιδιοκτητών ταξί, οι οποίοι επειδή είναι ένα συντεχνιακό κορπορατιβιστικό σώμα διαμορφωμένο από το κράτος είναι φυσιολογικά πιο επιρρεπείς σε ακροδεξιές πολιτικές τάσεις. Αντιθέτως δεν ελιτίζουμε ψάχνοντας ιδεολογικό-πολιτική καθαρότητα στις συγκρούσεις απολυμένων εργατών με την κυβέρνηση. 

Η RealPolitik μας στήνει ιδεολογικό πόλεμο στις θεωρίες συνωμοσίας που υποβαθμίζουν και ευτελίζουν τις λαικές συγκρούσεις με τα σώματα ασφαλείας μιλώντας για προβοκάτορες και πράκτορες. Αναλαμβάνουμε δημόσια και σταθερά την ευθύνη για ότι μας αναλογεί, δηλαδή για βίαιες ενέργειες που θεωρούμε ότι προωθούν την ταξική πάλη. Παράγουμε πολιτικό λόγο απλό και κατανοητό για τον πολύ κόσμο. Δεν έχει απομείνει τίποτα. 

Ενώ η τάξη μας οδηγείται στην καταστροφή καθώς της αφαιρούνται ακόμα και τα πιο πρωτόλεια εργαλεία αναπαραγωγής της, η καπιταλιστική εξουσία δεν διαπραγματεύεται τίποτα. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να κατανοήσει και ο πλέον αδαής ότι δεν υπάρχει ειρηνική διαδήλωση που μπορεί να κερδίσει που μπορεί να κάνει τις συνθήκες διαβίωσης μας έστω και λίγο καλύτερες. Το «τέλος της μεταπολίτευσης» που αναφέρεται συχνά, σημαίνει αυτό ακριβώς, ότι δεν υπάρχει δηλαδή κανένα μέσω ενσωμάτωσης της διαμαρτυρίας που να μπορεί να διαπραγματευτεί με μια εξουσία που θα ήθελε να παράξει συναίνεση. Όλοι οι θεσμοί ενσωμάτωσης έχουν καταρρεύσει, όσοι συντηρούνται τυπικά [βλέπε π.χ. ΓΣΕΕ] λειτουργούν μόνο ως σύμμαχοι της κυβέρνησης και δεν έχουν καμιά δυνατότητα διαπραγμάτευσης, ενώ το ίδιο το αστικό μπλοκ δεν θέλει να παράξει συναίνεση αλλά να επιβάλλει την ταύτιση τη κοινωνίας με τις επιλογές του. 

Οι αναρχικοί είναι η μοναδική πολιτική δύναμη που προτείνει και πράττει στην κατεύθυνση μιας και μοναδικής μεστής νοήματος για τους φτωχούς ρεαλιστικής πολιτικής, η οποία συναρτάται στην εξής απλή αρχή: η λύση για τους φτωχούς είναι η καταστροφή των πλουσίων και του συστήματος επιβολής των συμφερόντων τους. 
Ακόμα για να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο καθημερινής πρακτικής αντίθεσης με τους εκπροσώπους του αστικού μπλοκ, επικροτούμε το δημόσιο και μαζικό λιντσάρισμα των πολιτικών, των επιχειρηματιών και των δημοσιογράφων. Αυτή πρέπει να είναι η νέα μορφή του αντάρτικου πόλης σε συνθήκες κρίσης, γιατί σε αυτή μπορεί να συμμετέχει ο ίδιος ο λαός και όχι κάποια πεφωτισμένη γκρούπα[16]

Πρέπεί να ορίσουμε πολιτικά τον ρεαλισμό του συνθήματος «ο λαός δεν ξεχνά τους φασίστες τους κρεμά» δηλώνοντας ανοιχτά ότι επιδιώκουμε κυρίως την κοινωνική τους κατάργηση ως θεσμό όμως ταυτόχρονα επιθυμούμε την φυσική τους εξόντωση. Καλώς ή κακώς η εκδίκηση αποτελεί λαική αρετή και κοινωνικό κίνητρο. Για τις ζωές που μας στέρησαν χωρίς κανένα δικαίωμα να το κάνουν, για τις ζωές των πολλών και διάφορων 77χρονων, θα τους στερήσουμε τις δικές τους. Τη μέρα της λαικής γιορτής το Σύνταγμα θα φιλοξενεί και κρεμάλες. Τα ξέρουν πολύ καλά αυτά, γι’ αυτό στέλνουν τα λυσσασμένα σκυλιά τους, τους μπάτσους να τσακίσουν το λαό. Ξέρουν τι τους περιμένει εάν διαλύσουμε τον μπατσοκλοιό. Τα σπασμένα ένα-ένα με περισσή επιμέλεια κοκκαλάκια των μπάτσων θα είναι ένα τίποτα μπροστά στα αποτελέσματα της λαικής ενασχόλησης με τα άχρηστα τομάρια τους. 

Όλες οι παραπάνω προτάσεις συγκλίνουν στο να αναβαθμιστούν οι πολιτικές μας θέσεις σε ένα επίπεδο όπου θα μπορούν να αναμετρηθούν με την εξουσία σε «κεντρικό πολιτικό επίπεδο»αφού φυσικά καταστήσουμε ως «κεντρικό πολιτικό σκηνικό» τα άδεια στομάχια και τη μάχη στον δρόμο και όχι τους αστικούς θεσμούς. 

Ως κοινωνική βάση της αντίληψης οριοθετούμε ένα υπάρχον και διευρυμένο κοινωνικό δυναμικό, αυτό που συγκροτούν εκείνα τα κομμάτια των φτωχών και καταπιεσμένων που δεν έχουν αλλοτριωθεί τόσο ώστε να μπορούν να κατανοήσουν ότι η μόνη ρεαλιστική προοπτική είναι μια άλλη ζωή, από αυτή που συνηθίσαμε να ζούμε, θεμελιωμένη στην Αλληλεγγύη, την Αξιοπρέπεια, την Ισότητα, την Ελευθερία, τη Συναπόφαση, τη Συμμετοχή, μια νέα Αναρχική Κοινωνία, αυτή είναι η δική μας REALPOLITIK. 




Υποσημειώσεις


[8] Δεν μπαίνει καν στην εξίσωση το ζήτημα ότι σε ένα χρηματοπιστωτικής υφής χρέος τα νούμερα είναι απλά πολιτικοί, κοινωνικοί, ταξικοί ακόμα και γεωπολιτικοί συσχετισμοί, οι οποίοι αλλάζουν από τους κυρίαρχους. Επίσης δεν μπαίνει καν το θέμα του πως θα καταπολεμηθεί η ανεργία που αγγίζει το 30% εάν δεν μειωθούν οι ώρες δουλειάς τουλάχιστον κατά το ήμισυ. 

[9] Αυτός ο κύκλος άνοιξε με την προσπάθεια προσέγγισης του ΝΑΡ αυτόνομων θέσεων στη δεκαετία του ’90, κι έκλεισε οριστικά με τη συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. 

[10] Βέβαια ακόμα κι αυτοί το τοποθετούν σε ένα γενικό και αόριστο «κεντρικό πολιτικό επίπεδο» χωρίς να γειώνουν την στρατηγική αυτή σε συνθήκες αγώνα για τους εργαζόμενους και τους ανέργους π.χ. επιλέγοντας την τακτική της εργατικής άρνησης πληρωμών σε κράτος και κεφάλαιο. 

[11] Εννοείτε εδώ ότι μιλάμε για την σύγχρονη εργατική τάξη, στην οποία ενσωματώνονται και υπάλληλοι του διογκωμένου τριτογενή τομέα παραγωγής. Δεν μιλάμε απλά για τους βιομηχανικούς εργάτες. 

[12] Φυσικά δεν είναι καθόλου τυχαία η χρονική συγκυρία κατά την οποία το κράτος θα σκεφτεί την υπερ-φορολόγηση της αγροτικής παραγωγής. Το επόμενο διάστημα ασφαλώς θα δούμε νέα νομοσχέδια να κατατίθενται με στόχο να χτυπηθεί η αγροτική αυτοαπασχόληση καθώς και οι συνεταιρισμοί. Αυτή η πολιτική-οικονομική στρατηγική εκπορεύεται από τα διεθνή και ντόπια καπιταλιστικά κέντρα έτσι ώστε η υπο κατάρρευση αγροτική παραγωγή να ανασυγκροτηθεί με νέους ακόμα πιο ακραίους καπιταλιστικούς όρους. Πρόκειται για το σχέδιο φτωχοποίησης των μικρομεσαίων αγροτών, το αστικό ανάλογο στην επαρχία και την αγροτική παραγωγή. Οι αγρότες θα πρέπει να μετατραπούν σε κολίγους των νέων μεγαλοτσιφλικάδων-γαιοκτημόνων οι οποίοι θα έχουν τη σύγχρονη μορφή των πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες θα ελέγχουν την αγροτική παραγωγή εξ’ ολοκλήρου. Η ίδια διαδικασία έχει ξεκινήσει και προχωρά με ακόμα πιο γοργούς ρυθμούς, στο ζήτημα της κατοχής και της διανομής του νερού σε παγκόσμια κλίμακα. Γι’ αυτό δεν αρκούν μόνο μερικές «έξυπνες» ιδέες πάνω στο τι θα καλλιεργήσουμε στο χωράφι που κατέχουμε ή που θα νοικιάσουμε. Το κράτος και το κεφάλαιο βρίσκουν τρόπο για να εκμηδενίσουν αυτή την επιλογή. Γι’ αυτό στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία συλλογικών εγχειρημάτων παραγωγής που εμπλέκουν μεγάλα κοινωνικά κομμάτια, τα οποία θα υιοθετήσουν ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά ολοκληρωτικής σύγκρουσης με το κράτος και το κεφάλαιο. Η κρίσιμη μάχη μπορεί να δοθεί γύρω από την συλλογική άρνηση των πολιτικών εντολών και νόμων της κεντρικής κυβέρνησης. 

[13] Για μια επισκόπηση των εξελίξεων από ταξική σκοπιά στην γ’ βάθμια εκπαίδευση δες εδώ: http://federacion-salonica.blogspot.com/2011/10/blog-post.html

[14] Το κίνημα «Δεν Πληρώνω» που έχει αναπτυχθεί ως τώρα πρέπει να εξεταστεί με προσοχή. Κατά τη γνώμη μου έχει πολλά κοινά στοιχεία με το κίνημα της πατάτας. Ενέχει ένα θετικό ιδεολογικό πρόσημο. Ότι αρνείται μια μερίδα του πληθυσμού να ασκείται πάνω της, μια πολιτική που έχει θεσμοθετήσει η εκλεγμένη δημοκρατική κυβέρνηση. Ενέχει δηλαδή την ιδεολογική μήτρα της επανάστασης, την απείθεια. Κοινωνικά όπως και το κίνημα της πατάτας αποτελεί μια ξεκάθαρη συνεργασία της εργατικής τάξης και των ανέργων με μικρομεσαία στρώματα. Αυτό όπως είπαμε και παραπάνω είναι απαραιτήτως κακό, αφού αποτελεί μια λογική κοινωνική διεργασία με βάση τις νέες συνθήκες. 

Το θέμα είναι ποιος και με ποιους τρόπους ορίζει το πολιτικό δηλαδή το ταξικό περιεχόμενο του κινήματος. Προς το παρόν έχουν εκφραστεί διάφορες εκδοχές πάνω στο ζήτημα. Υπάρχει μια που είναι εντελώς διεκπεραιωτική καθώς δεν βάζει βαθύτερα ζητήματα, αρκεί να μην πληρώνει άσχετα με το ποιος είσαι, είναι η μικροαστική αντίληψη. Το κομμάτι που κατεβαίνει στις εκλογές, μετατρέπει απ’ ευθείας το κίνημα σε νέο σοσιαλδημοκρατικής κοπής θεσμό ενσωμάτωσης σε συνθήκες κρίσης. Θέλει να αναδειχθεί δηλαδή σε έναν θεσμό διαπραγμάτευσης ο οποίος φυσικά δεν βάζει κανένα ταξικό θέμα ή κάποιο θέμα ιδιοκτησίας αφού το μόνο που τον νοιάζει είναι να μεγαλώσει ώστε να έχει καλύτερες διαπραγματευτικές δυνατότητες με το κράτος. 

Είναι η μεσοαστική αντίληψη, η οποία εάν κυριαρχήσει, σε λίγο διάστημα αντί να μειωθεί το κόστος του χαρατσιού θα πάψει απλά να υπάρχει κίνημα. Τέλος υπάρχει και η πρόταση που πρέπει να υπερασπιζόμαστε ως κίνημα και φέρει την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων μέσα στο κίνημα της Άρνησης Πληρωμών. Πρόκειται για την θέση για εργατική άρνηση πληρωμών σε κράτος και κεφάλαιο. Για να οριοθετηθεί όμως η ταξική θέση των συμμετεχόντων θα πρέπει να βρεθεί ένα λειτουργικό πλαίσιο. Κι αυτό θα είναι το εξής. Να περάσει η οργάνωση του κινήματος άρνησης στα Ταξικά Σωματεία και Συνδικάτα, ώστε την άρνηση πληρωμής να την κάνουν τα Σωματεία και οι Σύλλογοι των εργαζομένων και των ανέργων σε συνεργασία με τις λαικές συνελεύσεις εργατών-ανέργων, οι οποίες οργανώνουν τον αγώνα σε τοπικό επίπεδο. Έτσι θα αποκλειστούν αρχικά όσοι δεν είναι εργαζόμενοι. 

Από όσους δε εργαζόμενους κατέχουν ακίνητη περιουσία μπορεί να ζητηθεί αρχικά να δώσουν αντί για εισφοράς το κράτος, μια έκτακτη εισφορά στο ταμείο του Συνδικάτου, ή τις λαικής συνέλευσης. 

Για όλους τους υπόλοιπους δεν μας αφορά. Αν κάποιος εργοστασιάρχης δεν έχει να πληρώσει, ή κάποιος Πάγκαλος με 38 ακίνητα, το εργατικό κίνημα δεν δίνει μια. Μπορεί να κάνουν και αυτή «άρνηση πληρωμής» αλλά αυτό μπορεί να μετρά μόνο αθροιστικά σε ένα κίνημα που πρωτοπορία του είναι οι δυνάμεις των εργαζομένων και των ανέργων και όχι των μεσοαστών. Παρόλα αυτά, πρέπει να έχουμε ανοικτά τα μάτια σε νέες εξελίξεις καθώς σε συνθήκες κρίσης ο χρόνος διεξαγωγής της ταξικής πάλης αλλά και των νέων δεδομένων εντείνεται. Είναι πολύ πιθανή η ραγδαία προλεταριοποίηση μεσοαστικών στρωμάτων, τα οποία θα πρέπει να ενσωματώσουμε στο εργατικό – επαναστατικό κίνημα και τις διαδικασίες του. 

[15] Ήδη πριν λίγες μέρες έγινε γνωστή η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα εξαιρείται από τη συνθήκη του Δουβλίνου. 

[16] Την άκαιρη ένοπλη πάλη ή θα την καταδικάσεις όσο είναι νωρίς, ή θα σε καταδικάσει αυτή. Επίσης καλώς ή κακώς προέχει η αλληλεγγύη στους άοπλους εργάτες από την αλληλεγγύη στους ένοπλους αντάρτες, γιατί για να υπάρξουν πραγματικοί λαϊκοί ένοπλοι αντάρτες πρέπει να υπάρχει μια πλειοψηφική τάση αγωνιζόμενων κοινωνικών στρωμάτων που θα την υποστηρίζει.


Πηγή: http://anthostoukakou.blogspot.com/

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.