Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ιδεολογία τσέπης


 

του Αντώνη Αντωνάκου*


Έφτασε τελικά ο καιρός όπου η μικροαστική τάξη μορφοποιήθηκε πλήρως. Οι κάθε λογής εξουσίες ευθυγράμμισαν τη ρητορεία τους με το μικροσυμφέρον του μικροαστού. Η ψευδαίσθηση που καλλιεργήθηκε μεταπολεμικά σʼ ένα μεγάλο κομμάτι της αγροτικής-κατά κύριο λόγο-αλλά και της εργατικής τάξης λειτούργησε ψυχολογικά ώστε να μορφοποιηθεί πλήρως και να αποκτήσει αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά η μικροαστική τάξη που, στην υπόλοιπη Ευρώπη είχε προκύψει από τη βιομηχανική επανάσταση και είχε προλάβει να παίξει το ρόλο της στις συνθήκες δημιουργίας του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. 

Ο Έλληνας μικροαστός είναι αστός σε σμίκρυνση. Έπαιρνε μάτι πάντα τις συνήθειες του αστού αντιγράφοντας με αρχοντοχωριάτη γελοιότητα τον πολιτισμό που ο αστός κληρονόμησε από το φεουδάρχη. Ο μικροαστός δε δημιούργησε ποτέ κανενός είδους πολιτισμό. Τρέφεται παρασιτικά με τα πολιτιστικά αποφάγια του αστού. Ζούσε και ζει πάντα στο πολιτιστικό περιθώριο, μηρυκάζει χωρίς ποτέ να καταλαβαίνει τις ιδέες του αστού. Χορεύει αρκουδίσια τους χορούς του αστού και τραγουδάει φάλτσα τα τραγούδια του. Δέχεται κάθε φωτισμένη δεσποτεία που κολακεύει το εγώ του και λαϊκίζει υπέρ των συμφερόντων του. Προορισμός του μικροαστού είναι να εκχυδαΐσει και να καταστρέψει ότι δημιούργησε το ελεύθερο ανθρώπινο πνεύμα. 

Η Ελλάδα όμως δεν είχε ποτέ-κυρίως ειπείν-αστική τάξη αλλά μια δράκα κομπραδόρων μεσοαστών που λεηλατούν τον πλούτο που παράγει η εργατική τάξη, προσπαθώντας βάρβαρα να περάσουν στην αστική τάξη μέσα από την πιο χυδαία και ευτελή απάτη, νοθεύοντας τα πάντα, από τρόφιμα μέχρι ιδέες. Καίγοντας, καταστρέφοντας, μολύνοντας, κρατώντας στο λεξιλόγιό τους μονάχα το κέρδος, τις αγορές και την απόδοση.


Ο μικροαστός έχει μικρό πορτοφόλι, μικρά συναισθήματα, μικρά όνειρα, μικρές προσδοκίες. Έχει ένα μικρό λογαριασμό στη μικρή τράπεζα της γειτονιάς όπου καταθέτει το μικρό του περίσσευμα απʼ το μικρό του μισθό ελπίζοντας να χτίσει κάποτε το μικρό του σπίτι-καταφύγιο. Ο μικροαστός γνωρίζει πως η μικρο-οικονομική του κατάσταση δε θα του επιτρέψει ποτέ το πέρασμα στη μεσοαστική τάξη της οποίας είναι φτωχός συγγενής και κρέμεται σαν ξέφτι απʼ τα φουστάνια της. 

Ωστόσο μικροελπίζει χάρη στην εβδομαδιαία ανανέωση των ονείρων του δια του τζόγου, διαφθείροντάς τον μέχρι το μεδούλι. Ταιριάζοντας στη ρήση ʽσφαίρα είναι και γυρίζειʼ, ρήση που πιστεύει με πάθος αφού το μόνο είδος αγώνα που σέβεται είναι ο ποδοσφαιρικός. Οι άλλοι αγώνες τον τρομοκρατούν μονίμως αφού τρέμει μήπως χάσει κάτι απʼ τα δουλικά του προνόμια. Ο μικροαστός έχει την τάση να πιστεύει πως η μικρότητά του είναι αποτέλεσμα μιας φυσικής τάξης πραγμάτων, αίσθηση που του δημιουργεί εκείνο το ιδιαίτερο είδος μικροαστικής μακαριότητας που προέρχεται απʼ την υποταγή στη μοίρα.

Στις σπάνιες περιπτώσεις που ασχολείται με την πολιτική προτιμάει τη ραμμένη στα μέτρα του μικροπολιτική. Γιʼ αυτόν η πολιτική είναι αφηρημένη έννοια που τον ξεπερνάει. Το βόλεμά του είναι το ουσιώδες. Ακολουθεί σαν πρόβατο τους ηγέτες και όχι τις ιδέες. Ανεμίζει το κομματικό σημαιάκι που του δίνει υπόσταση μέσα στην πολιτική αρένα. Βιώνει λάθρα και, καθετί που ξεφεύγει από το μέσο όρο τον πανικοβάλει. Δεν μπορεί να ανεχτεί τίποτε που τον ξεπερνάει. Από δω και το γλοιώδες της μικροαστικής του κακότητας. Ο μικροαστός δε μπορεί να προκαλέσει το κακό σε μεγάλες δόσεις. Δεν αγαπάει πολύ, δεν μισεί πολύ, δεν οργίζεται πολύ, δεν ενθουσιάζεται πολύ. Η μεζούρα είναι το λάβαρό του. 

Ο μικροαστός είναι ο απεργοσπάστης που προδίδει την τάξη του, γίνεται ρουφιάνος, μισάνθρωπος και κουκουλοφόρος. Είναι ο ραγιάς απεργοσπάστης που θέλει να δίνει την εντύπωση ότι όλοι είναι σαν κι αυτόν, πελάτες, τσατσόνια, γλείφτες. Είναι ο μισάνθρωπος απεργοσπάστης έτοιμος να βγάλει το μάτι του πλησίον του. Είναι το ταξικό κατακάθι, το ιερόν πτολίεθρον πάνω στο οποίο χτίστηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είναι ο χρυσούς κανών της λειτουργίας του καπιταλισμού. Είναι ο ραγιάς που πιστεύει ότι πάντα υπάρχει ένας κατώτερος απʼ αυτόν να τη πληρώσει, ο μετανάστης, ο παρίας, ο φτωχός, ο εξαθλιωμένος. Είναι το καθίκι που θέλει να εξισώνονται οι πάντες προς τα κάτω, είναι ο θησαυρός και το στήριγμα του δυνατού. Είναι το κλειδί που εξηγεί τη λειτουργία του καπιταλισμού αλλά και της εξουσίας που ασκεί πάνω μας. 

Αυτόν τον απεργοσπάστη κολακεύουν τα δυο μεγάλα κόμματα, αυτόν εκμαυλίζουν, αυτόν διορίζουν, αυτόν ευνοούν κι αυτός με τη σειρά του διαφθείρει γύρω του όσους και ότι μπορεί. 

Αυτός, ο απεργοσπάστης καθηγητής είναι το εμπόδιο στις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, αφού με μαεστρία το σύστημα τον έχει μετατρέψει σε κουράδα που δεν σκέφτεται δεν αυτομορφώνεται και δεν αντιδρά. Αυτός, ο απεργοσπάστης καθηγητής, ψηφίζει μια φορά το χρόνο τα κυβερνητικά κομματόσκυλα των ΕΛΜΕ που νοιάζονται μόνο να εισπράξουν τη συνδρομή για τις χουντικής αισθητικής συνεστιάσεις και τις εκπτώσεις στα μαγαζιά πολιτισμού. Αυτός ο απεργοσπάστης καθηγητής θα ξεστομίσει με στόμφο την μπούρδα ότι, δεν απεργεί για να μην τους τα χαρίσει. Λες και το κεφάλαιο περιμένει τις απεργίες για να πλουτίσει! 

Η ανήθικη στάση του απεργοσπάστη μικροαστού καθηγητή διαχέεται στα τέκνα του και τους μαθητές του που, ακούγοντας τη βουή στους δρόμους έξω απʼ το παράθυρο της τάξης όπου δήθεν αυτός διδάσκει, λοιδορεί τους τεμπέληδες απεργούς που δε συμμορφώνονται με τη δική του αντίληψη ότι, τίποτε δεν πρόκειται νʼ αλλάξει!! Και αφού η μοναδική ιδεολογία που κουμπώνει την ύπαρξή του με τη ζωή είναι η ιδεολογία της τσέπης του, σπεύδω να διακηρύξω πως, η βλακεία του απεργοσπάστη είναι εφάμιλλη της ιδεολογίας του. 



*Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες ο Αντώνης Αντωνάκος δεν είναι ο πρώην πρόεδρος της ΟΛΜΕ, είναι άλλος.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.