Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Τροφή για σκέψη

Παραθέτουμε δύο κείμενα για τις αυριανές εκλογές, που παρόλο που κι από αυτό εδώ το ιστολόγιο υπάρχουν σοβαρές διαφωνίες για την κατάληξη και πρόταση τους, αντιλαμβανόμαστε πως το πολιτικό κριτήριο που τις διέπει είναι αξιόλογο και χρήζει συζήτησης και διερεύνησης. Το ένα είναι το  σημείωμα του Κόκκινου Τύπου για τις εκλογές από το ομώνυμο ιστολόγιο και το δεύτερο είναι το "τέλος του διπόλου αριστερά-δεξιά", από το ιστολόγιο Traverso Rossa.

avanti_maestro

Σημείωμα του Κόκκινου Τύπου για τις εκλογές



α) Πολιτική συγκυρία


Οι εκλογές για την ανάδειξη διαχειριστή της αστικής εξουσίας διεξάγονται σε ένα τοπίο δραματικής όξυνσης της αντεργατικής επίθεσης. Η αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, οι απολύσεις, η κατάργηση των κλαδικών συμβάσεων και η τάση προς εξατομίκευση της διαπραγμάτευσης των όρων αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, η ένταση της εκμετάλλευσης, υλοποιούνται στα πλαίσια της «εσωτερικής υποτίμησης» που πρεσβεύει το ντόπιο και πολυεθνικό κεφάλαιο, οι πολιτικοί του εκφραστές στην Ελλάδα, οι ιμπεριαλιστικοί οργανισμοί ΕΕ – ΔΝΤ. Συνοδεύονται δε, από την ανάλογη όξυνση της κρατικής καταστολής. 

Η εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής του κεφαλαίου αγγίζει τα ιστορικά της όρια, χωρίς να φαίνεται δυνατή μια προοπτική υπέρβασής της από μια φιλολαϊκή πολιτική, ισοδύναμη με ένα νέο New Deal. Οι όποιες παραχωρήσεις γίνουν (και αν γίνουν) δεν μπορούν παρά να έχουν πρόσκαιρο χαρακτήρα στο έδαφος της βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού και χωρίς να ανταποκρίνονται στα ιστορικά επίπεδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. 


β) Ο ρόλος των εκλογών και η στάση μας σε αυτές τις συνθήκες

Η πολιτική του κεφαλαίου, ωστόσο, προσκρούει στις (αντιφατικές και σποραδικές έστω) αντιστάσεις των εργαζομένων και άλλων τμημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Το αστικό πολιτικό σύστημα γνωρίζει μια πρωτοφανή κρίση ως αντανάκλαση και της οικονομικής κρίσης. Τα αστικά επιτελεία απεργάζονται διάφορα σενάρια – «δεξιά» και «αριστερά» - σταθεροποίησης του και ενσωμάτωσης των επαναστατικών τάσεων που δειλά εμφανίζονται ή/και θα γεννηθούν το επόμενο διάστημα στους κόλπους του εργατικού κινήματος και του κινήματος της νεολαίας. 

Οι λαϊκές συνελεύσεις, το «κίνημα των αγανακτισμένων» ή οποιαδήποτε άλλη μορφή λαϊκής οργάνωσης γεννήθηκε το προηγούμενο διάστημα, απείχε (αν δεν λειτουργούσε ανασχετικά) από το να αποτελέσει έστω και σε μια πρώιμη μορφή τα σύγχρονα όργανα για μια άλλη εξουσία, αυτήν της εργατικής τάξης. Για εμάς είναι καθαρό πως όσο δεν αναπτύσσονται τέτοια όργανα που αντανακλούν στον κλυδωνισμό της αστικής εξουσίας, η εργατική τάξη έχει σαν σημείο αναφοράς της τις εκλογές του αστικού πολιτικού συστήματος. Σε αυτό το πεδίο οφείλουν να παρεμβαίνουν οι δυνάμεις της επαναστατικής – κομμουνιστικής αριστεράς για να μετατοπίζουν συνειδήσεις, να διαλύουν αυταπάτες για το ρόλο της αστικής δημοκρατίας. Δεν μπορούν όμως με όρους απομονωτισμού και ελιτισμού να απέχουν, δεν μπορούν να αναπαράγουν ένα σχήμα που αρνείται σε τελευταία ανάλυση την ύπαρξη αντιφάσεων στην πορεία ανάπτυξης της συνείδησης της εργατικής τάξης.

Έχει μεγάλη σημασία όποιος διαχειριστής και αν προκύψει σε αυτές τις εκλογές να έχει την μικρότερη δυνατή νομιμοποίηση την επόμενη μέρα για την συνέχεια του αντεργατικού οδοστρωτήρα. Έχει τη σημασία του να απονομιμοποιηθούν οι επίδοξοι διαχειριστές και μαζί τους να καταρρεύσουν και οι αυταπάτες για κοινοβουλευτικές διεξόδους. Έχει τη σημασία του ακόμα και να αποσταθεροποιηθεί περεταίρω το αστικό πολιτικό σύστημα από αδυναμία εύρεσης διαχειριστή.

γ) Τι δεν στηρίζουμε

Με αυτό σκεπτικό δίνουμε μάχη ενάντια στο ΠΑΣΟΚ, τη ΝΔ και το ΛΑΟΣ. Τους μαυρίζουμε. Μαυρίζουμε τους τυχοδιώκτες «αντιμνημονιακούς» που ήδη από τώρα παζαρεύουν το μερίδιο τους στην αστική διαχείριση, απ’ τα «δεξιά» και απ’ τ’ «αριστερά». Δεν στηρίζουμε δυνάμεις που δεν αμφισβητούν την κυρίαρχη επιλογή του ελληνικού κεφαλαίου αυτή την περίοδο, την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά είτε τη στηρίζουν είτε παραπέμπουν την αμφισβήτησή της στο μακρινό μέλλον που οικοδομείται μέσα από την κομματική ενίσχυση. Η απουσία με μαζικούς όρους επαναστατικής αριστεράς, δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση την στήριξη της ρεφορμιστικής αριστεράς (σε κάθε εκδοχή της) ή την δορυφοριοποίηση γύρω από αυτήν.

δ) Σε τι στεκόμαστε κριτικά

Δεν ταυτιζόμαστε με κανένα συγκεκριμένο εκλογικό εγχείρημα. Καλούμε σε ψήφιση πολιτικών συλλογικοτήτων, συνδυασμών, μετώπων, κομμάτων που όλο το προηγούμενο διάστημα έχουν δώσει τις δυνάμεις τους για την ανάπτυξη πολιτικών εργατικών αγώνων σε ρήξη με την αστικοποιημένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και το αστικό κράτος. Είναι για μας σημαντικό να στηριχθούν δυνάμεις (επαναστατικές, αντικαπιταλιστικές) που και στο πεδίο των εκλογών θέτουν, με ή χωρίς αντιφάσεις, το ζήτημα της εξόδου από την Ε.Ε με όρους επαναστατικής ανατροπής ως προϋπόθεση για την οριστική διέξοδο από την κρίση προς όφελος της εργατικής τάξης και το πέρασμα προς το βασίλειο της ελευθερίας, την αταξική κοινωνία. Στηρίζουμε δυνάμεις που θαρρετά αξιοποιούν και τις εκλογές για την επανεξόρμηση των επαναστατικών ιδεών.

Για να δώσουμε από καλύτερες θέσεις τις μάχες της επόμενης μέρας αλλά και για να έρθει πιο κοντά η υπόθεση της επαναστατικής ανατροπής, για εμάς παραμένει ανοικτό το στοίχημα της συγκρότησης με πολιτικούς και οργανωτικούς όρους των επαναστατικών δυνάμεων της αριστεράς.


Το τέλος του διπόλου : "αριστερά-δεξιά"



Το δίπολο αριστερά- δεξιά αποτέλεσε για τον τελευταίο μισό αιώνα τουλάχιστον,  το πεδίο πάνω στο οποίο, στηρίχθηκαν και αντιπαρατέθηκαν πολιτικές θεωρήσεις, πολιτικές προτάσεις, οικονομικές πολιτικές , ιδεολογικά σχήματα. Ζούμε το τέλος αυτής της αντιπαράθεσης, βιώνουμε το πολιτικό , ιδεολογικό και κυρίως κοινωνικό τέλος μιας ιστορικής αντιπαράθεσης που είναι πια κενή περιεχομένου. 

Ο Ροβεσπιέρος, υποστήριζε, ότι υπάρχουν δύο κόμματα : Ο λαός και οι εχθροί του. Εξαιρετικά αιρετική άποψη για την εποχή που διατυπώθηκε, που μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία στήριξης του αρχικού  ισχυρισμού της  παραπάνω τοποθέτησης. Δρομολογείται μπροστά στα μάτια μας , ένα ολοκληρωτικό, αυταρχικό εγχείρημα πολιτικού, οικονομικού, ιδεολογικού αλλά και πολιτισμικού εξανδραποδισμού  της εργατικής τάξης, η επιτυχία του οποίου έγκειται στην δυνατότητα του αστικού κοινωνικό-οικονομικού συστήματος να επιβάλλει και όχι να διαπραγματευτεί μια συντριπτική ηγεμονία, μακρόχρονη και καταστροφική όχι μόνο για την εργατική τάξη αλλά και για εκείνο το κομμάτι του κεφαλαίου που δεν είναι σε θέση να ακολουθήσει τους ιλιγγιώδεις ρυθμούς της πρωτοπορίας του.

Δεν πρόκειται για την επικράτηση, μιας πέραν του δέοντος επιθετικής μερίδας του  κεφαλαίου, κάτι που συνέβη για ιστορικούς και κοινωνικούς λόγους στην Χιλή επί Πινοσέτ ή στην Μ. Βρετανία επί Θάτσερ,  δεν πρόκειται για μια ευκαιριακή ηγεμόνευση του πιο ( από εργατική σκοπιά) αντιδραστικού κομματιού της αστική τάξης, αλλά για τον ταξικό μονόδρομο των δυνάμεων του κεφαλαίου για την διατήρηση και επέκταση της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας τους. Μια τέτοια επιλογή καταλύει τους προϋπάρχοντες κανόνες λειτουργίας του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος, «καταργεί» το σύνηθες μεταπολιτευτικό παιχνίδι μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού (στην ελληνική περίπτωση) και συνεπαγόμενα εξαφανίζει την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός αριστερού πόλου διαμαρτυρίας που συγκροτείται στην βάση της σταδιακής «εκλογίκευσης» ή και βελτίωσης των πιο αιχμηρών πλευρών του καπιταλιστικού συστήματος.

Ο νέος κανιβαλικός καπιταλισμός, που γεννιέται μέσα στην καρδιά της Ευρώπης, και προβάλλεται με τον πιο ωμό τρόπο  στους αδύναμους κρίκους της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία) δυσκολεύεται όλο και πιο έντονα να «χωρέσει» μέσα στα όρια του υφιστάμενου αστικού πολιτικού συστήματος που μέχρι πρότινος , εξασφάλιζε σχετικά αναίμακτα την κοινωνικό-οικονομική διαιώνιση του. Η αναγκαιότητα της ολιστικής επικράτησης σε  βάρος της εργασίας, οδηγεί στο κεφάλαιο στην   εγκαθίδρυση μιας ολοκληρωτικής οικονομικής και πολιτικής δικτατορίας, που τα ιστορικά αστικά ρεύματα της σοσιαλδημοκρατίας και φιλελευθερισμού υποστέλλουν  τις «αγεφύρωτες» ασυμφωνίες τους, ταυτίζονται πλήρως στο πολιτικό και οικονομικό πεδίο, διατηρώντας μια φενάκη διαφορετικότητας ώστε να διευκολυνθεί η όποια αλλαγή στην διαχείριση της πολιτικής εξουσίας.

Αυτή η εξέλιξη και μεταλλαγή του αστικού πολιτικού συστήματος που πραγματώνεται σε χρόνο ενεστώτα, διαγράφεται γλαφυρά, πάνω στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας όπου το αστικό πολιτικό σύστημα με αιχμή τους δύο κυριότερους πυλώνες του συγκλίνει στην πλήρη αποδοχή των νέων κανόνων του καπιταλιστικού υποδείγματος που εγκαθιδρύεται, με αναμενόμενες παραφωνίες, αστικών σχηματισμών εθνικιστικών και φασιστικών αναφορών που εκφράζουν τα πιο καθυστερημένα εθνικά κεφάλαια που αδυνατούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, όπως και ένα κομμάτι της εργατικής τάξης που βρίσκει διέξοδο εκπροσώπησης της απελπισίας της, εμφατικά εντός του αστικού πολιτικού και οικονομικού πεδίου, όπου ωστόσο στο δίπολο εθνικό-διεθνικό , η πλευρά του εθνικού έχει την πρωτοκαθεδρία. Είναι δεδομένο ωστόσο, ότι και τα εν λόγω εθνικιστικά και φασιστικά μορφώματα αποδέχονται πλήρως το καπιταλιστικό μοντέλο σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό πεδίο προτάσσοντας ως αιχμή , την στοχοθεσία επικράτησης ενός  «ανεξάρτητου» εθνικού καπιταλιστικού μοντέλου  που δεν θα υποτάσσεται στις επιταγές αστικών τάξεων υπέρτερων οικονομικά και γεωπολιτικά από την εγχώρια αστική τάξη.

Σε αυτό το τοπίο , μια αμυντική αριστερά , ανάχωμα στην καπιταλιστική επέλαση, ή μια αριστερά θιασώτης του αστικού κράτους πρόνοιας , ή ακόμη και μια αριστερά διαμαρτυρόμενη για την καταστρατήγηση των (αστικών) κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων σύντομα θα αποτελεί έκθεμα σε ένα μελλοντικό μουσείο πολιτικής ιστορίας. Ακριβώς γιατί αποτελεί πολιτικά γραφική και ιστορικά ξεπερασμένη, κοινωνική και ιδεολογική χίμαιρα, φορέας αναπόλησης των «καλύτερων στιγμών» του καπιταλιστικού συστήματος. Ενός καπιταλισμού που «αποχωρεί» ταχύτατα από την κοινωνική ιστορία δίνοντας την σκυτάλη σε ένα καπιταλιστικό υπόδειγμα, που δεν χρειάζεται το δίπολο αριστερά- δεξιά , για να διατηρεί κοινωνικές και πολιτικές ισορροπίες καθώς τοποθετεί βίαια στο κέντρο της κοινωνικής ζωής ένα νέο δίπολο : ολοκληρωτικός καπιταλισμός με κάθε  κοινωνικό κόστος, ή ολοκληρωτικό χάος.

Η βίαιη εισδοχή αυτού του διπόλου στο κέντρο της ταξικής πάλης , συσπειρώνει το αστικό πολιτικό σύστημα (ανεξάρτητα από τις επιμέρους σχετικά ασήμαντες διαφοροποιήσεις) γύρω από τον στρατηγικό στόχο διατήρησης και διαιώνισης της καπιταλιστικής κυριαρχίας και βαθμιαία αλλά  καθοριστικά είτε αποδυναμώνει και  καταδικάζει στην ανυπαρξία το αριστερό υπόδειγμα κοινωνικής διαμαρτυρίας, είτε το ενσωματώνει συντριπτικά πια υπό τους νέους όρους της αστικής κυριαρχίας. Το κυρίαρχο δίλλημα που εμφανίζεται λοιπόν, στο κέντρο της ταξικής πάλης, αλλά και δευτερευόντως στην πολιτική μάχη των επικείμενων αστικών εκλογών, δεν αφορά στην διάσωση κεκτημένων εργατικών δικαιωμάτων που βίαια έχει αποσπάσει η αστική τάξη  ή στην επαναφορά μιας πρότερης καπιταλιστικής περιόδου ταξικής εκεχειρίας, αλλά αν θα καταστεί δυνατό το λυκαυγές μιας κομμουνιστικής απελευθερωτικής κοινωνικό-οικονομικής αφήγησης που θα αρνηθεί  με όρους υλικής ταξικής πολεμικής και σε χρόνο ενεστώτα το όλο του καπιταλιστικού δρόμου, και θα ανταποκριθεί καταφατικά επίσης σε  χρόνο ενεστώτα και επίσης με όρους υλικής ταξικής πολεμικής στην ιστορική πρόκληση  της κοινωνικής απελευθέρωσης από  την καπιταλιστική φυλακή.

Φυσικά οι αστικές κάλπες ποτέ δεν θα απαντήσουν σε ένα τέτοιο δίλλημα. Ωστόσο μια κομμουνιστική πρωτοπορία, «που δεν κρύβει τους σκοπούς της» ακόμη και σε αυτό το εκφυλισμένο αστικό πεδίο,  οφείλει να θέσει  το δίλλημα, επιδιώκοντας ,αυτό  να απαντηθεί μέσα στην καρδιά της ταξικής πάλης, από το ίδιο το εργατικό κίνημα, από τον ίδιο τον κόσμο της δουλειάς.
     

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.