Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Μπροστά στην νέα φάση των ταξικών αγώνων: Το κοινωνικό πλαίσιο

από το Praxis



Στο πλαίσια των κρίσιμων εξελίξεων των τελευταίων ημερών δημοσιεύουμε κείμενο για την κρίση, τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα, τις εκλογές και τις προοπτικές του πολιτικού συστήματος και την απάντηση του εργατικού κινήματος. Το κείμενο θα αποτελείται από τα εξής μέρη 1) Εισαγωγή 2) Το πλαίσιο των ταξικών ανταγωνισμών 3) Τα πολιτικά κόμματα, οι εκλογές και η επόμενη μέρα 4) Σκέψεις για την απάντηση του εργατικού κινήματος. Σήμερα δημοσιεύονται τα δύο πρώτα μέρη θα ακολουθήσουν τα υπόλοιπα τις επόμενες μέρες (η δημοσίευση θα ολοκληρωθεί μέσα στην εβδομάδα)

Η συντακτική επιτροπή.

Εισαγωγή

Τις πρώτες πρωινές ώρες στις 7 Μαΐου οι εργαζόμενοι έβλεπαν στα περίπτερα τίτλους με μεγάλα γράμματα που έδειχναν ότι κάτι μεγάλο είχε συμβεί. «Εκλογές της μεγάλης οργής», «Νέα Μεταπολίτευση», «Ανατροπή του πολιτικού σκηνικού», «Ήττα της λιτότητας». Το εκλογικό αποτέλεσμα, σε συνδυασμό και με τη νίκη του Ολάντ στη Γαλλία έγινε πρώτο θέμα και εκτός συνόρων. Βέβαια όλα αυτά συνοδεύονταν με τον τρόμο και τον φόβο της «ακυβερνησίας» εξαιτίας της κατανομής των ποσοστών (1). Η διαδικασία των διερευνητικών εντολών που ακολούθησε έδωσε σάρκα και οστά σε αυτό το νέο σκηνικό καθώς καθημερινά τα πολιτικά κόμματα διατύπωναν θέσεις και ερμηνείες των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών. 

Για πολλούς βρισκόμαστε για πρώτη φορά κοντά στην ανατροπή των μνημονίων που τσάκισαν τα φτωχά στρώματα τα τελευταία χρόνια. Για άλλους βρισκόμαστε κοντά στο απόλυτο χάος και την καταστροφή της εξόδου από την «Ευρωπαϊκή προοπτική». Τα συμπεράσματα των εκλογών γίνονται κρίσιμα για να δούμε που βρισκόμαστε, για να προσεγγίσουμε μια ερμηνεία και μια εκτίμηση για ότι έρχεται.

Πολλές αντιλήψεις αντιμετωπίζουν τα αποτελέσματα των εκλογών σαν το μαγικό κλειδί που ανοίγει τις πόρτες για τις ερμηνείες όλων των κοινωνικών φαινομένων όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος. Το ζήτημα βέβαια δεν είναι άσχετο με την ανυπαρξία σήμερα ενός διαφορετικού «μοντέλου» πολιτικής από αυτό της αστικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ανυπαρξία που έχει τη βάση της σε ευρύτερα ζητήματα ταξικής θεωρίας και πολιτικής και στην γενικότερη κατάσταση που υπάρχει σήμερα στο εργατικό κίνημα. Ο αστικός ορίζοντας παραμένει, ακόμα και σήμερα που ο Καπιταλισμός βρίσκεται στην χειρότερη κρίση του από τον τελευταίο πόλεμο και μετά, το τελικό όριο της πολιτικής (στην θεωρία όπως πάντα τα πράγματα είναι διαφορετικά).

Όλες οι εκλογές-και αυτές της 6ης Μαΐου- είναι μια στιγμή, μια «φωτογραφία» της ταξικής πάλης και της κοινωνικής πραγματικότητας. Αποτυπώνουν δηλαδή σε μια χρονική συγκυρία αυτήν την πραγματικότητα και μάλιστα από μια συγκεκριμένη πλευρά: των εκλογικών ποσοστών, των αριθμών ψήφων κλπ. Αυτός είναι και ό λόγος που η Μαρξιστική κριτική, ήδη από την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς (όταν δηλαδή ο αστικός κοινοβουλευτισμός βρισκόταν σε πρωτόλεια μορφή) τις περιέγραφαν σαν «δείκτη ωριμότητας» της εργατικής τάξης (2). 

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν επηρεάζουν τα κοινωνικά και πολιτικά ρεύματα. Δεν τα δημιουργούν όμως, ούτε οι κοινωνικοί συσχετισμοί μεταξύ των βασικών ανταγωνιστριών τάξεων της καπιταλιστικής κοινωνίας (εργαζόμενοι/κεφαλαιοκράτες) διαμορφώνονται με βάση αυτά τα ποσοστά. Τα εκλογικά ποσοστά αποτυπώνουν μόνο έναν δεδομένο «κοινοβουλευτικό» συσχετισμό τόσο ανάμεσα σε διαφορετικά αστικά κόμματα αλλά και συνολικά ανάμεσα στα αστικά και εργατικά κόμματα, εργατικά όχι με την έννοια της απατηλής ταμπέλας της «αριστεράς» αλλά με την έννοια της έκφρασης των συμφερόντων της τάξης. Τα κοινοβουλευτικά ποσοστά δεν ανάγονται στους πραγματικούς κοινωνικούς συσχετισμούς. Εδώ ίσως το παράδειγμα του εργατικού κινήματος είναι από τα πιο χαρακτηριστικά. Σήμερα στην Ελλάδα αν κάποιος δηλώσει «αντιμνημονιακός» σε ένα χώρο δουλειάς το πιο πιθανό είναι ότι θα αντιμετωπίσει από ανοχή μέχρι και συμπάθεια. Αν όμως διεκδικήσει αυξήσεις, ανθρώπινα μεροκάματα , επικαλεστεί την συλλογική σύμβαση η κάνει απεργιακή δουλειά το πιο πιθανό είναι ότι θα του δείξουν τον δρόμο προς την ανεργία.

Η αστική και σοσιαλδημοκρατική αυταπάτη (σε όλες τις εκδοχές) ότι η ψήφος αλλάζει τους πραγματικούς ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δεν έχει σχέση με την πλούσια ιστορική εμπειρία του Καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ούτε όμως με μια επιστημονική αντίληψη του «πολιτικού» στοιχείου. Αυτή η αυταπάτη προϋποθέτει τις αντιλήψεις του Κράτους ως βασικά ουδέτερου η διαχειρίσιμου μηχανισμού από την εκάστοτε κυβέρνηση και άρα από την «κατάληψη» του από τις ψήφους και από τις εκλογές, αντίληψη που οι αντιφάσεις της και ο ταξικός της χαρακτήρας έχουν επανειλημμένα αποδειχθεί από την Μαρξιστική κριτική (3). Για αυτό και τα επαναστατικά Μαρξιστικά και Κομμουνιστικά ρεύματα πάντα υποστήριζαν την συμμετοχή στις εκλογές και τα αστικά κοινοβούλια μόνο σαν ένα άλλο ένα χρήσιμο βήμα για την προώθηση των επαναστατικών ιδεών και την αποκάλυψη του ρόλου της αστικής πολιτικής και των φορέων της (4).

Σήμερα που η εργατική πολιτική και οργάνωση δεν υφίσταται η είναι εξαιρετικά αδύναμη ως αυτοτελής πολιτική συγκρότηση, ένα σκοτάδι απλώνεται γύρω από τον ρόλο, τον χαρακτήρα, τα όρια των κοινοβουλευτικών θεσμών και την πραγματική σημασία τις παρέμβασης σε αυτούς. Από την μία πλευρά η αστική πολιτική και από την άλλη όλες οι παραλλαγές της σοσιαλδημοκρατίας (συχνά με επαναστατική φρασεολογία) κάνουν ότι μπορούν για να δημιουργήσουν σύγχυση στο εργατικό κίνημα. Στην κρίσιμη καμπή που βρισκόμαστε αναβαθμίζεται λοιπόν η σημασία των συμπερασμάτων για τις εκλογές, η αξιοποίηση αυτής της «φωτογραφίας» για να ειδωθούν τα πράγματα πιο καθαρά. 





Το κοινωνικό πλαίσιο και η ταξική πάλη.





Οι εκλογές αυτές ήταν οι πρώτες τέτοιου χαρακτήρα από το 2009. Οι πρώτες που γίνονται μετά την έκρηξη της κρίσης στην Ελλάδα και τον κανιβαλισμό των εργατικών δικαιωμάτων από την εγχώρια αστική τάξη και τους υπερεθνικούς κεφαλαιοκρατικούς μηχανισμούς. Οι πρώτες που διεξάγονται στο νέο πεδίο της έρημης χώρας που αφήνει πίσω της η πολιτική γύρω από την οποία στρατεύτηκε σύσσωμη όλη η αστική τάξη και τα πολιτικά της κόμματα, οι οργανώσεις της, οι οργανικοί της διανοούμενοι κλπ. 

Το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εκλογές (και ότι ακολούθησε και ακολουθεί) είναι απολύτως απαραίτητο όχι μόνο για να ερμηνεύσουμε τα αποτελέσματα αλλά για να προσπαθήσουμε να δούμε τα βασικά στοιχεία που προσδιορίζουν όλη την περίοδο που διανύουμε και άρα και τις μετεκλογικές εξελίξεις. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ κάποια στενή εκλογική αποτίμηση. Το σημαντικό είναι η σχέση των εκλογικών αποτελεσμάτων με τις κοινωνικές συνθήκες και τα ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα, την θέση και τις προοπτικές τους στον ταξικό αγώνα. Η εκτίμηση αυτών των συνθηκών (ακόμα και εκεί που δεν δηλώνεται ρητά) είναι και η βάση της όποιας προσέγγισης για τις πολιτικές εξελίξεις. 

Οι κυριότερες πλευρές μιας τέτοιας εκτίμησης είναι, κατά την γνώμη μας, οι εξής: Ο χαρακτήρας και τα αίτια της αντεργατικής επίθεσης στην Ελλάδα σήμερα και η δυνατότητα η μη εναλλακτικών επιλογών, η πολιτική τακτική της αστικής τάξης, τα χαρακτηριστικά της ηγεμονικής δύναμης που την αντιπολιτεύεται, δηλαδή του «αντιμνημονιακού» ρεύματος και η κατάσταση της εργατικής τάξης σαν κοινωνικό υποκείμενο αγώνων και πολιτικής. Σε αυτές τις πλευρές θα σταθούμε και εδώ, ξεχωριστά στην κάθε μία. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι οι μοναδικές ούτε ότι η συζήτηση για αυτές «λύνει» κάθε ερώτημα. Είναι όμως σημαντικές αφετηρίες για οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας και εδώ βρίσκεται και η σημασία τους. 



Α) Σε ότι αφορά τα αίτια και τον χαρακτήρα της κρίσης, η «εσωτερική υποτίμηση» (5) και τα μνημόνια και οι πολιτικές που την ακολούθησαν δεν ήταν απλά θέμα διαχείρισης, «νεοφιλελεύθερης», «προδοτικής» κλπ. Ήταν προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η κρίση με μια φυγή προς τα μπρός για την ελληνική αστική τάξη και συνολικά την Ε.Ε. Τα μνημόνια δεν έχουν σαν βασικό στόχο τους το δημόσιο χρέος (το όποιο αν δούμε πραγματικά τα νούμερα, το διογκώνουν (6)) αλλά την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων του Ελληνικού Καπιταλισμού. Τα προβλήματα αυτά δεν έχουν σχέση με την διαφθορά, τον «κρατισμό», την έλλειψη σχεδίου και άλλα πολλά που υποστηρίζουν οι κυρίαρχες ιδεολογίες. Αφορούν την ίδια την παραγωγική δομή (και όχι απλά την αναδιανομή) και την ανάγκη αυτή να «αναδιαρθρωθεί» με καύσιμη ύλη τους εργαζόμενους. Κινητήρια δύναμη αυτής της αναδιάρθρωσης είναι η ίδια η Ε.Ε. Σε μια οικονομική ένωση όπως η Ε.Ε είναι δεδομένο, λόγω του νόμου της «ανισόμετρης ανάπτυξης» (7), ότι οι «πλούσιες» χώρες που ιστορικά έχουν αναπτύξει υψηλή παραγωγικότητα και τεχνολογία είναι αυτές που θα ωφεληθούν (δηλαδή οι αστικές τάξεις στο εσωτερικό τους).

Ο Ελληνικός Καπιταλισμός λόγω ιστορικών δομικών του χαρακτηριστικών και κυρίως μέσα από την ένταξη στην Ε.Ε δεν διαθέτει την παραγωγική δυνατότητα στην οποία (όπως π.χ η Γερμανία) θα μπορούσε να στηριχτεί για την υπέρβαση της κρίσης. 

Πρόκειται για έναν Καπιταλισμό με ανταγωνιστικό έλλειμμα και αρνητική καθαρή αποταμίευση (8) τα τελευταία δέκα χρόνια πράγμα που καθιστά τον εξωτερικό δανεισμό όχι προϊόν «διαφθοράς» και «προδοσίας» η επιλογή «συνταγής» αλλά αναγκαία συνέπεια αυτής της Καπιταλιστικής οικονομικής δομής. Έναν Καπιταλισμό που καθώς δεν έχει, ακριβώς λόγω του οικονομικού μοντέλου και της θέσης τουστο διεθνές πλέγμα του κεφαλαίου, δυνατότητα μιας άλλης παραγωγικής δομής, έχει μονόδρομο την μείωση των μισθών και την ισοπέδωση των εργατικών δικαιωμάτων (ξήλωμα κρατικών παροχών/ιδιωτικοποιήσεις/φοροεπιδρομή κλπ).

Οι αστοί και σοσιαλδημοκράτες αναλυτές και οικονομολόγοι προσπαθώντας να ξορκίσουν την κοινωνική επανάσταση και να εξωραΐσουν το σύστημα τάζουν «ανάπτυξη», «αναδιανομή» και πολλά άλλα «μοντέλα» που φτάνουν και μέχρι τους αλχημιστές της διανομής του ΑΕΠ, των χρημάτων που βρίσκονται….στην Ελβετία, των…..κερδών των Ολυμπιακών αγώνων (που έγιναν πριν από….οκτώ χρόνια) και άλλων παρόμοιων ισχυρισμών (9). 

Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Μια μελέτη για το ασφαλιστικό, που έγινε πριν μερικά χρόνια, από την ερευνητική ομάδα του Θ. Μαριόλη,(10) οδήγησε σε ένα απίστευτο αποτέλεσμα. Χρησιμοποιώντας στοιχεία του 1997-98, προ ευρώ δηλαδή, βρέθηκε ότι ένας εργαζόμενος στην Ελλάδα, μπορεί να συντηρήσει ως μάξιμουμ θεωρητική δυνατότητα, με τον ίδιο μέσο μισθό, δύο μη εργαζόμενους. Όταν ο ελληνικός μέσος μισθός θεωρήθηκε ως ισπανικός, τότε ένας εργαζόμενος στην Ισπανία μπορούσε να συντηρήσει 8. Όταν ο ελληνικός μισθός θεωρήθηκε μέσος γερμανικός μισθός, τότε ένας εργαζόμενος μπορούσε να συντηρήσει 20.

Δηλαδή, η μάξιμουμ θεωρητική δυνατότητα παράγωγής πλεονάσματος ανά εργαζόμενο, ανάμεσα στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Γερμανία, όταν πάρουμε σαν βάση τον ελληνικό μέσο μισθό, βρέθηκε 1:4:10. Αντίθετα καμία οικονομία, ούτε η ελληνική, ούτε η ισπανική, δεν μπορεί να αντέξει τον γερμανικό μέσο μισθό, μια που τα κέρδη, π.x., γίνονται αρνητικά. Παρά την ύπαρξη προϋποθέσεων στην μελέτη, που αλλοιώνει σχετικά το αποτέλεσμα, μπορούμε να δούμε γιατί οποιαδήποτε απόπειρα γενικότερης «αναδιανομής» μέσα στον σημερινό Ελληνικό Καπιταλισμό είναι σοσιαλδημοκρατικό και «αντικαπιταλιστικό» παραμύθι . 

Τα παραπάνω γίνονται ακόμα πιο δεδομένα αν σκεφτεί κανείς την σημερινή εποχή της κρίσης, την προσπάθεια που γίνεται-με την ηγεμονία του Γερμανικού Καπιταλισμού- σε όλη την Ευρώπη, με μνημόνιο η χωρίς μνημόνιο, με ευρώ η με εθνικό νόμισμα (11). Αν διαβάσει κανείς έστω και λίγο τις βασικές συνθήκες της Ε.Ε θα δει ότι τα «μνημόνια» δεν είναι τίποτα άλλο από την συνεπή εφαρμογή των τεσσάρων ελευθεριών του Maastricht. Αυτό βέβαια είναι λογικό να διαστρεβλώνεται σήμερα αφού όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην Ελλάδα-πλην ΚΚΕ- έχουν πουλήσει τους εργαζόμενους από το 1992 όταν υπέγραψαν και με τα δύο χέρια αυτήν την συνθήκη (12). 

Το πρώτο σημαντικό στοιχείο λοιπόν είναι ακριβώς τα όρια των κοινωνικών και πολιτικών προτάσεων, την πραγματικότητα μέσα στην οποία υποχρεωτικά θα κινηθούν οι εξελίξεις, ανεξάρτητα από τις διακηρύξεις των αστών και σοσιαλδημοκρατών πολιτικών. Και αυτό αφορά βέβαια την επερχόμενη έλευση του «σοσιαλισμού» με την ανάδειξη των σοσιαλδημοκρατών του ΣΥΡΙΖΑ σε βασική πολιτική συνιστώσα του αστικού πολιτικού παιχνιδιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα ακόμα και δυνάμεις που είχαν την ηγεσία σε τέτοια σοσιαλδημοκρατικά εγχειρήματα, όπως ο Α.Αλαβάνος διατυπώνουν με σαφή τρόπο ότι «άλλη» πολιτική εντός του υπάρχοντος διεθνούς και εθνικού οικονομικού πλαισίου δεν μπορεί να υπάρξει (13).



Β) Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση της αστικής τάξης η όποια κήρυξε έναν χωρίς προηγούμενο κοινωνικό πόλεμο απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας. Σε αυτόν τον γύρο αναμέτρησης η νίκη της ήταν συντριπτική. Έπεσε δραματικά η τιμή της εργατικής δύναμης τόσο στην «αγορά εργασίας» όσο και στον «κοινωνικό μισθό» των υπηρεσιών υγείας, παιδείας κλπ. Ανατράπηκε ακόμα και η δυνατότητα διαπραγμάτευσης των εργαζομένων με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων. Δημιουργήθηκε ένας εφεδρικός στρατός ενός εκατομμυρίου ανέργων που κάτω από την ανάγκη της επιβίωσης είναι πρόθυμος να εργαστεί με πολύ μικρότερους μισθούς και δικαιώματα από ότι πριν. Διαλύθηκαν τα ασφαλιστικά ταμεία και κλάπηκαν τα αποθεματικά τους, τα λεφτά των εργαζομένων. Ενισχυτικά σε όλα αυτά ψηφίστηκαν εκατοντάδες νόμοι που μέσα από την φοροληστεία, τις ιδιωτικοποιήσεις ολοκλήρωσαν αυτήν την εικόνα. (14)

Όλα αυτά όμως δεν έγιναν ούτε χωρίς σκληρούς ταξικούς αγώνες, ούτε χωρίς κόστος. Η ταξική νίκη της αστικής τάξης στην Ελλάδα είχε σαν συνέπεια την αποσάθρωση οποιασδήποτε κοινωνικής βάσης και συναίνεσης είχε το αστικό πολιτικό σύστημα ακόμα και για τους παραδοσιακούς συμμάχους (π.χ. μικροαστικά στρώματα που διαπλέκονταν με το καπιταλιστικό κράτος). Η μορφή και λειτουργία του κράτους πήρε αναγκαστικά την μορφή «κράτους έκτακτης ανάγκης» με κοινοβουλευτική πρόσοψη (15) που αναμετρήθηκε με επιτυχία απέναντι στο εργατικό κίνημα και γενικότερα τις λαϊκές αντιδράσεις. 

Η ακαριαία εξαθλίωση της εργατικής τάξης (που ήδη πριν την κρίση είχε υποστεί δεκαετίες λιτότητας) και ο «θάνατος του εμποράκου» οδήγησαν ήδη από το 2010, σε πρωτόγνωρες κινητοποιήσεις. Στην πρώτη φάση οι κινητοποιήσεις πήραν την μορφή των διεκδικήσεων από την πλευρά της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ που αποφάσιζαν επαναλαμβανόμενες 24ώρες απεργίες δηλαδή μια πιο μαχητική εκδοχή της λογικής της «διαπραγμάτευσης». Αυτή η γραμμή πάλης χρεωκόπησε οριστικά το καλοκαίρι του 2010 όταν η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, αφού εξάντλησε το εργατικό κίνημα οδηγώντας το σε επαναλαμβανόμενες 24ωρες απεργίες, το ξεπούλησε πανηγυρίζοντας για την «διάσωση» των συλλογικών συμβάσεων που κατάφερε σε συνεργασία με την τότε ηγεσία του υπουργείου εργασίας η οποία αναβαπτίστηκε πρόσφατα μέσα από την ένταξη της στο ευρύτερο «σοσιαλιστικό» μέτωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Οι συλλογικές συμβάσεις, όπως είχε προαποφασιστεί, καταργήθηκαν λίγους μήνες μετά.

Καθώς η λαίλαπα των μέτρων συνεχιζόταν, ήταν θέμα χρόνου, να εμφανιστούν στον δρόμο και τα άλλα κοινωνικά στρώματα που χτυπιούνταν από την κρίση. Οι πλατείες και στην συνέχεια οι παρελάσεις σήμαναν την εισβολή στο προσκήνιο και των μικροαστικών τάξεων που αν και δεν ήταν οι μόνες που συμμετείχαν σε αυτές τις κινητοποιήσεις είχαν την ηγεμονία στο πολιτικό και ιδεολογικό στίγμα. Η αστική τάξη στην Ελλάδα αντιμετωπίζοντας την απομόνωση αλλά και τον μονόδρομο της πολιτικής της «εσωτερικής υποτίμησης» δεν είχε άλλη επιλογή από την αναβάθμιση του ρόλου της βίας σε σχέση με την συναίνεση και από την άλλη την προσπάθεια να μεταφερθούν όλες οι αντιπαραθέσεις στο κοινοβούλιο, εκεί που μπορούσαν να γίνουν οι απαραίτητοι χειρισμοί. 

Έτσι σε κάθε κρίσιμη στιγμή πάνω στην ήττα και τα αδιέξοδα των αντιδράσεων το αστικό πολιτικό σύστημα απαντούσε ανοίγοντας κύκλους «αναδιατάξεων» για να μπορέσει να προχωρήσει, καίγοντας σταδιακά το μέχρι τότε πολιτικό του προσωπικό. Την ήττα των «πλατειών» το καλοκαίρι του 2011 (που πήραν πραγματικά αγωνιστικά χαρακτηριστικά με την είσοδο της εργατικής τάξης και την 48 απεργία) ακολούθησε το σήριαλ της «πτώσης» Παπανδρέου. Τις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου ακολούθησε η νέα πτώση Παπανδρέου, το κάψιμο της ΝΔ ως αντιπολιτευτικού κόμματος με την είσοδο της στην κυβέρνηση και ο διορισμός του Λουκά «Goldman Sachs» Παπαδήμου. Όταν πια και αυτές οι επιλογές είχαν εξαντληθεί το αστικό πολιτικό προσωπικό προχώρησε στις μαζικές διαγραφές βουλευτών του ώστε να περάσει και τα τελευταία μέτρα στις 12 Φλεβάρη.

Μετά την ψήφιση των μέτρων τον Φλεβάρη είχε γίνει πια φανερό σε όλους ότι τα περιθώρια του «μνημονιακού» πολιτικού μπλοκ είχαν εξαντληθεί. Οποιαδήποτε νέα απόπειρα ήταν πιθανό να οδηγούσε σε κατάρρευση της κυβέρνησης σε μια βουλή περικυκλωμένη από απεργούς και διαδηλωτές, κάτι που θα χρέωνε στον λαϊκό παράγοντα μια νίκη που δεν είχε καταφέρει μέχρι τώρα και θα δημιουργούσε πολύ άσχημη παρακαταθήκη για το μετά. Η αστική τάξη-που παρά τους διάφορους ισχυρισμούς έχει μεγάλη ιστορική εμπειρία και υψηλή ταξική συνείδηση- επέλεξε να έχει η ίδια την πρωτοβουλία των κινήσεων σε αυτήν την κρίσιμη καμπή. Εδώ υπήρχαν μόνο δύο επιλογές: η ανοιχτή κήρυξη δικτατορίας (με μια νέα κυβέρνηση «εθνικής» ανάγκης που θα ανέστειλε και τυπικές διαδικασίες του αστικού κοινοβουλίου) και η αναζήτηση μιας νέας φόρμας «νομιμοποίησης» μέσω των εκλογών. Επιλέχθηκε το δεύτερο σαν η καλύτερη λύση έτσι ώστε να κρατηθεί και το πρώτο σαν την επόμενη επιλογή. Πολύ περισσότερο που η νικηφόρα για την αστική τάξη έκβαση του πρώτου γύρου των ταξικών αναμετρήσεων δημιουργεί την πεποίθηση ότι δεν απειλείται άμεσα από κάποιο επαναστατικό ρεύμα παρά τον φόβο και την αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθήσει.

Τα ιδεολογικά ρεύματα που κυριάρχησαν όλο αυτό το διάστημα ήταν έκφραση-προφανώς με τον δικό τους ιδιαίτερο και αυτοτελή τρόπο- αυτών των ταξικών ανταγωνισμών. Η κυρίαρχη αστική ιδεολογία κάτω από το βάρος της απροκάλυπτης επίθεσης στα φτωχά στρώματα ανέπτυξε παραπέρα την λογική του «μονόδρομου», του «αναγκαίου κακού» με τις πλάτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνισμού του κεφαλαίου, τρομοκρατώντας συνεχώς για την «κόλαση» οποιασδήποτε διαφορετικής επιλογής. Η ΝΔ μετά την σύντομη «αντιμνημονιακή» περίοδο εντάχθηκε και ενίσχυσε παραπέρα αυτό το ρεύμα. 

Υποχρεωμένη να απαντήσει και να δικαιολογήσει την κοινωνική καταστροφή που προκαλούσαν οι αντιμνημονιακές πολιτικές, η αστική ιδεολογία πήρε αντικειμενικά «επιθετικό» (και όχι αμυντικό όπως υποστήριζαν μια περίοδο οι θιασώτες της επερχόμενης εξόδου με ελικόπτερο του Παπανδρέου) χαρακτήρα. Ήταν η μόνη δυνατή αστική στρατηγική, η «Ευρωπαϊκή προοπτική», δηλαδή η διάσωση του Ελληνικού Καπιταλισμού και η ένταξη του στο Ευρωπαϊκό σφαγείο των εργατικών δικαιωμάτων που δικαιολογούσε αυτήν την πολιτική, που έγινε η «κόκκινη γραμμή» και το όριο μέσα στο οποίο μπορούσαν να αναπτυχθούν αυτές οι αντιπαραθέσεις. Και ήταν ο τοίχος πάνω στο οποίο έπεφταν συνέχεια σχεδόν όλα τα αντιπολιτευόμενα ρεύματα χωρίς να μπορούν να δώσουν απάντηση.

Στην Ελλάδα από την αρχή της κρίσης αναπτύχθηκε ένα μαζικό «αντιμνημονιακό» ρεύμα το οποίο στο εσωτερικό του περιλάμβανε δεκάδες –τουλάχιστον-αποχρώσειςς και παραλλαγές. Στην κυρίαρχες εκδοχές του -αριστερές και δεξιές- το ρεύμα αυτό απέρριψε τα «μνημόνια» ως «συνταγές» και «πολιτικές» και όχι ως αυτό που πραγματικά είναι, ως την δομή και τον πυρήνα του Ελληνικού Καπιταλισμού. Πρόβαλλε μια διαφορετική πολιτική «ανάπτυξης» εντός του Καπιταλισμού και της Ε.Ε μέσα από οικονομικές και πολιτικές προτάσεις που είχαν στο επίκεντρο ζητήματα που βρισκόντουσαν πολύ μακριά από τα πραγματικά αίτια της κρίσης, όπως το δημόσιο χρέος, η διαφθορά κλπ. 

Κοντολογίς το ρεύμα αυτό προσπάθησε και προσπαθεί να διαμορφώσει «από τα κάτω» μια εναλλακτική αστική στρατηγική (ακόμα και σαν «βήμα» για ευρύτερες αλλαγές) που η ίδια η αστική τάξη έχει εγκαταλείψει εδώ και πολλά χρόνια. Η «ανικανότητα», η «έλλειψη διαπραγμάτευσης», η «υποτέλεια» και πολλοί άλλοι παρόμοιοι χαρακτηρισμοί είναι λοιπόν απολύτως αναγκαίοι εδώ (και όχι «λάθη») γιατί αιτιολογούν ακριβώς το γιατί η αστική τάξη-αφού έχει την δυνατότητα- δεν προχώρησε σε τέτοιες επιλογές. Η αντίληψη μιας «άλλης» Καπιταλιστικής ανάπτυξης στην σημερινή Ελλάδα της κρίσης έχει λίγη σχέση με την πραγματικότητα έχει όμως πολύ μεγάλη με τα ταξικά συμφέροντα μικροαστικών στρωμάτων που λόγω της θέσης τους στην παραγωγή είναι απόλυτα εξοικειωμένοι με την «αφήγηση» ενός Καπιταλισμού που θα τους «προστατέψει» από την κρίση και της συνέπειες της. 

Έτσι η «αντιμνημονιακή» ιδεολογία έγινε το πεδίο διεκδίκησης και έκφρασης αυτών των στρωμάτων από την αριστερά και την δεξιά καθώς τα στρώματα αυτά εγκατέλειπαν απογοητευμένα και οργισμένα το πολιτικό προσωπικό που μέχρι τώρα στήριζαν. Ταυτόχρονα έγινε ο δρόμος ένταξης τους στην κυρίαρχη πολιτική, αποτρέποντας άλλες λύσεις που θα μπορούσαν να κινηθούν σε διαφορετική κατεύθυνση. Ένταξη όχι μόνο δική τους αφού η «αντιμνημονιακή» ιδεολογία, σαν βασική εκδοχή της κοινωνικής αντιπολίτευσης στην κυρίαρχη πολιτική, ήταν και είναι (και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία) μοχλός ενσωμάτωσης του μόνου δυνητικά επικίνδυνου κοινωνικού παράγοντα, της εργατικής τάξης. Εδώ θα πρέπει να συνυπολογίσουμε όχι μόνο των εθνικό αλλά και διεθνικό παράγοντα, την πλευρά δηλαδή της μετατροπής των ταξικών ανταγωνισμών στην Ελλάδα σε διαπραγματευτικό χαρτί στα παζάρια μέσα στην Ε.Ε ώστε η ελληνική αστική τάξη να διεκδικήσει καλύτερους όρους στους ανταγωνισμούς της με τις άλλες τάξεις τις Ευρώπης και κυρίως με τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές (Τουρκία) στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το ρεύμα αυτό, παρά το γεγονός ότι δημιουργήθηκε μέσα στην κρίση, συνδέθηκε με προϋπάρχουσες θεωρητικές και ιδεολογικές προσεγγίσεις που για χρόνια κυριαρχούσαν σε κοινωνικά και πολιτικά τμήματα στην Ελλάδα. Πάτησε πάνω σε αυτές τις βάσεις και τις μετασχημάτισε μέσα στις νέες συνθήκες. Ο αριστερός «Ευρωπαϊσμός», ο αταξικός εθνικισμός, ο μικροαστικός αριστερισμός ήταν κυρίαρχη ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση ιδεολογικών και πολιτικών χώρων για δεκαετίες. Έτσι οι χώροι αυτοί, με το ξέσπασμα της κρίσης, κινήθηκαν σχεδόν αυθόρμητα προς τις παραπάνω κατευθύνσεις. 

Λόγω της ταξικής τους κατεύθυνσης όλα αυτά τα ρεύματα ενισχύθηκαν και αναπαράχθηκαν μέσα από όλα τα κανάλια πληροφόρησης, από τον αστικό τύπο και τα ΜΜΕ γενικότερα, μέχρι τα «εναλλακτικά» μέσα όπως το διαδίκτυο. Πλαισιώθηκαν γρήγορα από το σύνολο της αριστερής (και όχι μόνο) διανόησης που έδωσε το απαραίτητο κύρος και υλικό. Σχηματίστηκαν πολλές κινήσεις και πρωτοβουλίες. Γράφτηκαν δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες-μπορεί και χιλιάδες-άρθρα που υποστήριζαν τις διαφορετικές παραλλαγές αυτών των ρευμάτων. Μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι όπως οι εκδόσεις Λιβάνη Α.Ε (16) ανέλαβαν να προβάλλουν αυτά τα έργα τα οποία εύκολα διακινούνταν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και προβάλλονταν συνεχώς μέσα από τα αριστερά (και όχι μόνο) μέσα. 

Σε όλα αυτά η Μαρξιστική και γενικότερα η ριζοσπαστική κριτική δεν είχε να αντιπαρατάξει και πολλά πράγματα με εξαιρέσεις ορισμένους αρθογράφους (όπως ο Μ.Παπαδόπουλος στον Ριζοσπάστη) και ορισμένες αναλύσεις σε χώρους πέρα από το Κομμουνιστικό Κόμμα όπως για παράδειγμα η δουλειά του Θ.Μαριόλη, η εργασία του Γ.Οικονομάκη για τον Ελληνικό Καπιταλισμό, η ανάλυση του Τ.Φωτόπουλου για την κρίση και την έξοδο από την Ε.Ε κλπ (17). Στο διαδίκτυο υπήρξαν και υπάρχουν ελάχιστες τέτοιες προσεγγίσεις πέρα από το ιστολόγιο Lenin Reloaded και ορισμένες άλλες προσπάθειες (όπως το ιστολόγιο Παραναγνώστης). Ο γενικότερος συσχετισμός καθόρισε την διάταξη των δυνάμεων και στον χώρο της θεωρίας . Ωστόσο και εκεί τα πράγματα δεν είναι στατικά. Πριν από ένα χρόνο τα παραπάνω ιστολόγια δεν υπήρχαν καν και δεν είναι τυχαίο ότι δημιουργήθηκαν είτε ταυτόχρονα, είτε λίγο πριν το πέρασμα σε μια φάση της κρίσης που το ταξικό διακύβευμα γινόταν πιο έντονο, περίοδος που συνέπεσε με την ξέσπασμα εργατικών αγώνων σε εργοστάσια και χώρους δουλειάς.

Όμως παρά την ιδεολογική του ηγεμονία, το «αντιμνημονιακό» ρεύμα δεν έγινε δυνατό-μέχρι τώρα- να βρει πολιτική «εκπροσώπηση», να «καταγραφεί» στο πεδίο της αστικής πολιτικής. Οι πολλές παραλλαγές στο εσωτερικό του, η αντίφαση στον πυρήνα της κοινωνικής και πολιτικής του συγκρότησης (μια «αδύνατη» αστική στρατηγική χωρίς αστούς) αναπαρήγαγαν την αδυναμία του να βρει πολιτική έκφραση. Υπήρξαν προσπάθειες, όπως του Μ.Θεοδωράκη, για πολιτικούς σχηματισμούς η και απόπειρες εμφάνισης νέων «ηγεσιών» που θα εξέφραζαν αυτό το ρεύμα (όπως του ΕΠΑΜ) αλλά η αδυναμία τους να παίξουν έναν τέτοιο ρόλο φάνηκε σχετικά νωρίς. Έμενε λοιπόν η δυνατότητα έκφρασης τους μέσα από τις υπάρχουσες δυνάμεις και τους κομματικούς σχηματισμούς, κάτι που κρίθηκε στις εκλογές στις 7 Μαΐου.




Γ) Η εργατική τάξη μπήκε σε αυτήν την μάχη με τις χειρότερες δυνατές προϋποθέσεις. Αδύναμη όσον αναφορά την ταξική της οργάνωση, με ένα συνδικαλιστικό κίνημα να έχει επίσημα εγγεγραμμένους το πολύ το 1/4 (18) των εργαζομένων και να αποτελεί, στις κυρίαρχες πλευρές του, πραγματικό αρχέτυπο γραφειοκρατίας, διαφθοράς και εργατοπατερισμού, με μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων να βρίσκεται εκτός συνδικαλιστικών δομών τους μετανάστες το ίδιο. Σε ένα διεθνές πλαίσιο όπου απουσιάζει εδώ και πολλά χρόνια ένα διεθνιστικό ταξικό ρεύμα και με τις πολιτικές του οργανώσεις να βρίσκονται ακόμα στο πέρασμα της εποχής μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού» και να δίνουν μάχη επιβίωσης. Σε αντίστοιχη κατάσταση βρέθηκε και η Μαρξιστική κριτική το αναγκαίο όπλο για την ερμηνεία της πραγματικότητας και την στήριξη οποιασδήποτε πολιτικής πρότασης υπέρ του εργατικού κινήματος.

Το διάστημα αυτό εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι μετατοπίστηκαν λόγω των κοινωνικών συνθηκών, συμμετείχαν σε απεργιακούς αγώνες και σε κινητοποιήσεις γενικότερα. Πολλοί πρωτοστάτησαν σε κινήσεις, επιτροπές, απεργιακές φρουρές κ.α. σε χώρους δουλειάς που πριν την κρίση δεν υπήρχαν ούτε τα στοιχειώδη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Όταν τα φώτα από τις πλατείες και τις παρελάσεις έσβησαν ξεκίνησε, το φθινόπωρο του 2011 (19), ένα μαζικό κίνημα καταλήψεων σε εργοστάσια που έκλειναν η προχωρούσαν σε περικοπές και απολύσεις. Με την συνδικαλιστική γραφειοκρατία εξαφανισμένη, οι αγώνες αυτοί ήταν η πρώτη επανεμφάνιση των εργαζομένων στο προσκήνιο ως ξεχωριστού παράγοντα στο πεδίο της ταξικής πάλης. Οι αγώνες αυτοί βέβαια είχαν περιορισμένο ορίζοντα και δεν έγινε δυνατό να συντονιστούν. Η αλληλεγγύη του εργατικού κινήματος απέναντι τους δεν μπόρεσε να υπερβεί την άμεση συμπαράσταση στους απεργούς και να πάρει την μορφή κινητοποιήσεων διαρκείας από τους μεγάλους κλάδους, τα συνδικάτα και τις ομοσπονδίες τους, ώστε να πάρουν πανεργατικά και πανκοινωνικά χαρακτηριστικά. Παρόλα αυτά συνέχισαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα ξεπερνώντας κάθε όριο αντοχής και αποτελώντας ένα πραγματικό παράδειγμα για το εργατικό κίνημα.

Η σημερινή κατάσταση της τάξης έχει δύο βασικές πλευρές: Από την μία την κοινωνική κατάσταση και την κήρυξη διαρκούς και μονομερούς ταξικού πολέμου από την αστική τάξη και την πολιτική της εξουσία, που ωθεί συνεχώς στην ριζοσπαστικοποίηση και στην ανάγκη για ταξικό αγώνα για την επιβίωση. Από την άλλη το βάρος και τα αδιέξοδα των αγώνων και των προσπαθειών που έγιναν και δεν είχαν αποτέλεσμα, γεγονός που ενισχύει-έστω και ως «ανάσα»-την μεταφορά όλων των προσδοκιών στο πεδίο της αστικής πολιτικής, τις κοινοβουλευτικές διαμάχες και καταγραφές. 

Με το ζήτημα της ταξικής οργάνωσης-σε πανελλαδικό και διακλαδικό επίπεδο- να μην έχει απαντηθεί (όλοι αναγνωρίζουν την χρεοκοπία της ΓΣΕΕ αλλά κανείς δεν λέει αν πρέπει η μπορεί να αντικατασταθεί και με τι), με μεγάλα τμήματα της τάξης να βρίσκονται έξω από κάθε οργανωτική δομή πάλης (νέοι εργαζόμενοι, μαύρη εργασία που γενικεύεται , μετανάστες, άνεργοι), είναι φανερό ότι το εργατικό κίνημα δεν βρίσκεται αυτήν την στιγμή σε θέση να δράσει «πανκοινωνικά», ως ανεξάρτητος ταξικός παράγοντας που μπορεί να επιβάλλει γεγονότα και να στρέψει τα πράγματα προς μιαν άλλη κατεύθυνση. Τα όρια της δράσης του είναι αυτά της ταξικής πτέρυγας στο εσωτερικό ενός ευρύτερου κινήματος, που όπως στις πλατείες, θα του δίνει μαζικό και αγωνιστικό χαρακτήρα την κρίσιμη στιγμή. 

Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί δείχνει ότι ακόμα και στην σημερινή του κατάσταση, το εργατικό κίνημα θα είναι εκείνος ο αποφασιστικός παράγοντας που θα κρίνει ακόμα και το χαρακτήρα οποιασδήποτε αναμέτρησης. Και επίσης γιατί με την ηρωική παρακαταθήκη των απεργιακών κινητοποιήσεων, των επιτροπών αγώνα, των πρόσφατων εργοστασιακών καταλήψεων δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε όπως πριν. Δεν αρκούν (από όλους μας) διακηρύξεις του τύπου «να πάμε στους χώρους δουλειάς» η προφανείς διαπιστώσεις ότι «εκεί θα κριθούν τα πράγματα». Χρειάζεται άμεσα να ανοίξει η συζήτηση και η δράση για ένα οργανωτικό και πολιτικό σχέδιο συνάντησης και συντονισμού των εργατικών αγώνων σε νέα βάση με πρόταση και για την ίδια την δομή, την ανεξαρτησία και τα ταξικά χαρακτηριστικά του εργατικού κινήματος. Η οργάνωση του ταξικού αγώνα είναι η μόνη ελπίδα μπροστά στις αναμετρήσεις που έρχονται.





Συμπεράσματα



Με βάση τα παραπάνω το πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνονται και θα κινηθούν οι ταξικοί αγώνες συμπυκνώνεται ως εξής: Η μόνη δυνατή αστική στρατηγική που μπορεί να υπάρξει είναι η «εσωτερική υποτίμηση». Καμία εκτεταμένη αναδιανομή υπέρ των εργαζομένων η πισωγύρισμα στο 2009 (πόσο μάλλον στο στο 1981) δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για «αντικειμενικούς» και όχι απλά για «υποκειμενικούς» λόγους. Άρα δεν υπάρχουν οι κοινωνικές συνθήκες για ένα σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα και οποιαδήποτε τέτοια απόπειρα θα αποτύχει. Η υπέρβαση της κρίσης και η ανατροπή των μνημονίων έχει, για το εργατικό κίνημα, έναν άλλο "μονόδρομο": την άμεση έξοδο της χώρας απο την Ε.Ε και την υπέρβαση του Καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης και γενικότερα οικονομίας και πολιτικής.

Η πολιτική τακτική της αστικής τάξης κινείται με κριτήριο την εξάντληση των ορίων της «κοινοβουλευτικής πρόσοψης» στα πλαίσια της οποίας δεν είναι διαπραγματεύσιμα ούτε όσα κέρδισε τρία χρόνια τώρα, ούτε πολύ περισσότερο η «Ευρωπαϊκή προοπτική». Η μεταφορά των αντιπαραθέσεων στο ευρύτερο πεδίο της αστικής πολιτικής παίρνει την μορφή απόπειρας ενσωμάτωσης και πολιτικής έκφρασης του «αντιμνημονιακού» ρεύματος ώστε να αποκτήσει τον ρόλο του κοινοβουλευτικού ελενγκτή και τροχονόμου των αντεργατικών μέτρων (παγιώνοντας και νομιμοποιώντας όσα έχουν ήδη περάσει και συμβάλλοντας ώστε να αμβλυνθούν οι κοινωνικές αντιδράσεις στα επόμενα) και να αξιοποιηθεί, σαν διαπραγματευτικό χαρτί της ελληνικής αστικής τάξης, στο εξωτερικό και στις αντιπαραθέσεις μέσα στην Ε.Ε.

Το εργατικό κίνημα παραμένει αδύναμο οργανωτικά, όμως με μια σοβαρή παρακαταθήκη αγώνων, ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα. Το στοίχημα για την συγκρότηση του παραμένει ανοιχτό και η παρουσία του μέσα σε όλους τους ταξικούς ανταγωνισμούς θα κρίνει και την τελική έκβαση και τον χαρακτήρα τους. Στην οργάνωση και τον θεωρητικό του επανεξοπλισμό είναι που πρέπει να πέσει όλο το βάρος μπροστά σε όλες τις αναμετρήσεις που έρχονται.




Σημειώσεις:



1.Οι τίτλοι είναι από τις εφημερίδες «Ελεύθερος Τύπος», «Ο Λόγος», «Έθνος», «Βραδυνή». Τα «Νέα» αντίθετα είχαν τον τίτλο «Εφιάλτης ακυβερνησίας και στο βάθος νέες κάλπες» και η «Εστία» έγραφε ότι «σε πλήρες αδιέξοδο οδηγεί το εκλογικό αποτέλεσμα».

2.« Όσο η καταπιεζόμενη τάξη, δηλαδή στην περίπτωση μας το προλεταριάτο, δεν είναι ακόμα ώριμο για την αυτοαπελευθέρωση του, θα αναγνωρίζει στην πλειοψηφία του το κοινωνικό καθεστώς που υπάρχει σαν το μόνο δυνατό, και πολιτικά θα είναι ουρά της τάξης των καπιταλιστών, η άκρα αριστερά της πτέρυγα. Στο μέτρο όμως που ωριμάζει για την αυτοαπαλευθέρωση του, συγκροτείται σε δικό του κόμμα, εκλέγει τους δικούς του εκπροσώπους και όχι τους εκπροσώπους της τάξης των κεφαλαιοκρατών. Το γενικό δικαίωμα ψήφου είναι έτσι ο δείκτης ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο δεν μπορεί να είναι και δεν θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος, αλλά και αυτό φτάνει. Την ημέρα που το θερμόμετρο του γενικού δικαιώματος ψήφου θα δείχνει στο σημείο του βρασμού ανάμεσα στους εργάτες, θα ξέρουν και αυτοί, όπως και οι κεφαλαιοκράτες, τι να κάνουν». F.Engels- Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους σελ 214-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. Για μια αναλυτική περιγραφή των απόψεων Marx/Engels για την πολιτική, το κράτος, τον κοινοβουλευτισμό κλπ βλ U.Huar/G.Fechner-Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για την πολιτική-εκδόσεις Σύγχρονη εποχή.

3. Ενδεικτικά: V.I Lenin -Κράτος και Επανάσταση/εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Rosa Luxembourg-Μεταρρύθμιση η Επανάσταση/εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.

4. Απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς.



6. Το δημόσιο χρέος το 2020 προβλέπεται να είναι το 200% του ΑΕΠ-Γ.Σταθάκης-το σχεδιάγραμμα αποτυχίας του μνημονίου 2.


7. V.I Lenin-Ο Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του Καπιταλισμού-εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή.


9.Για δύο ενδεικτικά παραδείγματα: Π.Παπακωσταντίνου-είμαστε καταδικασμένοι να πεινάσουμε;, Γ.Κυριακάκης -και όμως λεφτά υπάρχουν η αλλιώς ΑΝΤΑΡΣ(Ι)Α στο καράβι.

10. Θ.Μαριόλης-Η μεταβλητή κλειδί του Ασφαλιστικού συστήματος στο Ελλάδα, Ευρωπαϊκή Ένωση και οικονομική κρίση-εκδόσεις Matura σελ 129-145.

11. Πέρα από τα μέτρα λιτότητας σε όλο τον Ευρωπαϊκό Νότο και την καθήλωση των μισθών σε Γερμανία και Γαλλία ακόμα και σε χώρες, όπως η Δανία, που είχαν περιγραφεί ως πρότυπα για την Ελλάδα και βρίσκονται εκτός ευρώ προχωρούν ανάλογα μέτρα. –Ένα παράδειγμα πραγματικής αριστερής κυβέρνησης-Ριζοσπάστης.

12. Συντακτική επιτροπή Praxis- Η απάτη της παλιάς καλής Ευρώπης.

13. «Ένας κόσμος της εργασίας και της ανεργίας, στα έσχατα όρια της επιβίωσης, θα καλωσόριζε της σοσιαλδημοκρατία και το κράτος πρόνοιας. Μέσα στα πλαίσια όμως της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που εξισώνει όλες τις κατακτήσεις προς τα κάτω, μέσα στο χώρο της Ευρωζώνης που βρίσκεται σε υπαρξιακή κρίση, εντός της περιφέρειάς της που γονατίζει κάτω από τη δημοσιονομική πειθαρχία, σε μια χώρα δεμένη με δουλικές δανειακές συμβάσεις δεν υπάρχει κανένα, απολύτως κανένα, περιθώριο σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής. Είτε με την Μέρκελ είτε με τον Ολάντ. Για τα απλά, αλλά πρωταρχικά πράγματα – να έχουν οι νέοι δουλειά, να μη πεινάν οι συνταξιούχοι – χρειάζονται επαναστατικές αλλαγές»- Α.Αλαβάνος -15 σημειώσεις στο πρόχειρο

14. βλ την ετικέτα «Κρίση-Ελλάδα» στο ιστολόγιο όπου υπάρχουν δεκάδες άρθρα με τα μέτρα των μνημονίων.



16. Οι εκδόσεις Λιβάνη κυκλοφόρησαν πολλά βιβλία αναλυτών και οικονομολόγων όπως των Α.Μητρόπουλου, Π.Παπακωσταντίνου, Κ.Λαπαβίτσα και Ν.Μαριά (τώρα στους Ανεξάρτητους Έλληνες) αλλά και του Ν.Μπογιόπουλου. Εκδίδουν το περιοδικό «Επίκαιρα» στο οποίο προβάλλονται «αντιμνημονιακές» απόψεις από την «αριστερά» μέχρι τους Ανεξάρτητους Έλληνες.

17. Πολλά κείμενα των συγγραφέων υπάρχουν στις αρχείο του ιστολογίου, στις αντίστοιχες ετικέτες.


19. Πριν την κρίση, τα ποσοστά συμμετοχής έφταναν-στην καλύτερη περίπτωση-στο ¼ των εργαζομένων-Συνδικάτα/συλλογική έρευνα.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.