Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2012

Μα υπάρχουν σήμερα απεργοσπάστες;


 


Αναδημοσιεύουμε ένα παλαιότερο, μα επίκαιρο, κείμενο του Παραναγνώστη

Μια κουβέντα που δεν έγινε, με έναν ευγενικό φίλο και συνάδελφο

        Καθώς η καπιταλιστική κρίση απλώνεται και βαθαίνει και η πείνα με το χάρο[1] προβάρουν τα παπούτσια του χορού,είναι καιρός όσοι -ολοένα και πιότεροι- αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη της παρέμβασης των «αποκάτω» στο πολιτικό προσκήνιο, να σαρώσουμε από τις συνειδήσεις τις επάλ­ληλες επιχωματώσεις κυρίαρχης ιδεολογίας. Γιατί κυρίαρχη ιδεολογία δεν σημαίνει απλώς ακαδη­μαϊκή ή έστω θεσμική επικράτηση. Κυρίαρχη σημαίνει ότι η ιδεολογία των «αποπάνω» γίνε­ται πρακτική φι­λοσοφία, γίνεται ηθικός κώδικας και αποκτά την αφοπλιστική προφάνεια του αξιώματος. Τρυπώνει σαν το σαράκι και περιβάλλεται το κλέος της «δημοκρατίας», της «ελευθερί­ας» διαβρώνοντας νοή­ματα και εννοιολογήσεις, για να επιβάλει τα ιδιαίτερα συμφέροντα των αποπάνω ως γενικά συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Κυρίαρχη, μ' έναν λόγο λοιπόν, σημαί­νει ότι προβάλλο­ντας τη σκιά του κόσμου των αποπάνω ως κοσμοείδωλο των απο­κάτω, μετατρέπει τον κόσμο τους σε κόσμο σκιών, σε έναν ου-τόπο[2]. Καθιστά έτσι το «πού» του κοινωνικού αν­θρώπου -του στοιχειώδους, ούτως ειπείν, κοινωνι­κού υποκειμένου- εξίσου θεμελιώδες με το «τί». Η αρχική θέση του, ο κοινω­νικός τόπος όπου «στέκεται» και «θεάται» το κοι­νωνικό υποκείμενο θα νοηματοδοτήσει και τον κόσμο.
        Ισχυρίζομαι επιπλέον, ότι ούτε ο τόπος όπου «στέκεται» το στοιχειώδες κοινωνικό υποκείμενο ούτε το πώς προσδιορίζεται, αφήνουν περιθώριο ουδετερότητας: η τομή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την ερ­γασία είναι πολύ βαθιά. Προσδιορίζοντας λοιπόν (το θεμελιώδες τί) το στοιχειώδες κοινωνικό υποκείμενο, η κυ­ρίαρχη ιδεολογία, μας το παρου­σιάζει ανιστορικό, αν όχι και υπερβατικό ως προς τον κόσμο και επο­μένως υλικά και κοινωνικά απροϋπόθετο. Και μάλιστα διπλά ανιστορικό: και ως προς την κοι­νωνική ιστορία αλλά και ως προς την ίδια την προσωπική του ιστορία [3] . Επιβάλλο­ντας ως βεβαιότητα την απάτη ότι η ιστορία άρ­χισε από, και τελείωσε στον καπιταλιστικό τρόπο πα­ραγωγής, επιχειρεί να εποικίσει το καθόλου κοινωνικό πεδίο με ό,τι υπάρχει ή θεωρείται (παράγεται ως θεωρία) στο εσωτερικό του καπιταλιστικού αυτού τρόπου παραγωγής. Έτσι, για παράδειγμα, η φαεινή ιδέα της αστικο-φιλε­λεύθερης πολιτικής οικονομίας, που ακούει στο όνομα «φυσική επιλο­γή», αναγορεύε­ται αίφ­νης καθολικός ερμηνευτικός, αν όχι «αντικειμενικός» κοινωνικός, μηχανι­σμός.


Η οικονομι­κή «φυ­σική επιλογή» μας λέει : «Στην τελική, μέσα στην αγορά εί­ναι το κε­φάλαιο ως εμπόρευμα και ο αγοραστής του. Το ποσοστό του κέρδους από την πώληση των εμπορευ­μάτων , είναι το μέτρο της επάρκειας του κεφαλαίου που παρήγαγε το εμπόρευμα δηλαδή το κριτήριο της επιβίωσής του».
Δεν έχουμε παρά να συγκρίνουμε την παραπάνω διατύπωση με ό,τι διαλαλεί η κυρίαρχη ιδεολο­γία, με τη συνήθη της αφοπλιστική προφάνεια, για την παιδεία : «Στην τελική, μέσα στην τάξη είναι ο δάσκαλος με τον μαθητή. Το ποσοστό της διδακτέας ύλης που αποκομίζει άρα ο μαθητής, είναι το μέτρο της επάρκειας του δασκάλου δηλαδή το κριτήριο της εργασιακής του επιβίωσης». Αυτή η φράση δεν είναι παρά η προβολή, η σκιά της προηγούμενης που αφορά τον κόσμο των αποπάνω, στον κόσμο των σκιών, στον κόσμο των αποκάτω. Η επιχείρηση αποτυγχάνει και κλείνει. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο δάσκαλος αποτυγχάνει και απολύεται. Ο καθένας σήμερα, υποψιασμένος καθώς θα ήταν πλέον, μπορεί εύκολα να διαρρήξει την προφάνεια και να αναγνωρίσει εδώ τα απελπιστικά απροϋπόθετα και υπερβατικά (σχεδόν εξωγήινα) στοιχειώδη κοινωνικά υποκείμενα, όπως ο «δάσκαλος» έξω από κάθε εκπαι­δευτικό σύστημα και κοινωνικό – πολιτικό προσδιορισμό και ο «μαθητής» που δεν προέρχεται από κανένα κοινωνικό, οικογενειακό, πολιτιστικό περιβάλλον. Και το νοητικό σχήμα της κοινωνικής αυτή τη φορά «φυσικής επιλογής» εφαρμόζεται γενικώς. Πράγματι, μπορεί κανείς εύκολα να αλιεύ­σει παρόμοιες φράσεις - «ερμηνείες» της ανεργίας ως αποτέλεσμα ανεπαρκών προσόντων, της φτώχειας ως συνέπειας ανεπαρκούς εξυπνάδας, της περιθωριοποίησης ως ανεπαρκούς προσαρμοστικότητας , των γκέτο κλπ κλπ. Και λόγος ανησυχίας δεν είναι : η αόρατος χειρ της μεγιστοποίησης του κέρδους, εν ανάγκη συνεπικουρούμενη από το όπλο του αστυφύλακα, φροντίζει για όλες τις υπόλοιπες λεπτομέρειες.
Αντίθετα, για τους αποκάτω, οσάκις το μάτι της ψυχής τους με του λόγου τη βάσανο και της πράξης τη σαΐτα[4], διαπερνά τις σκιές του κόσμου των αποπάνω και πια βλέπουν, ο εαυτός τους, ως κοινωνικό υποκείμενο, δεν είναι υπερβατικός ως προς τον κόσμο αλλά μέρος του κόσμου: Πρόκειται για ένα υλικά - ταξικά προσδιορισμένο στοιχειώδες κοινωνι­κό υποκεί­μενο. Ειδάλλως, το θεμελιώδες φέρεσθαι [5] του στοιχειώδους κοινω­νικού αυτού υποκειμένου προς τον κόσμο του, θα παρέμενε καθηλωμένο στην αρχική απορία, πριν καν από το ερώτημα, καταδικα­σμένο να παρα­λάβει έξωθεν, παθητικά το από δεύτερο χέρι το ερώτημα για τον κόσμο μαζί με την απάντησή του, δηλαδή σκιές και φάσματα του κόσμου των αποπάνω. Αυτή την αδιέξοδη απορία θα αποπειραθώ να ανιχνεύσω στο παράδειγμα του σω­ματείου και των απεργιών, αφού πρώτα σκιαγραφήσω με δυο λόγια και τον τόπο (το θεμελιώδες πού), δηλαδή τις πιθανές θέσεις εκκίνησης του στοιχειώδους κοινωνικού υπο­κειμένου.
        Σήμερα λοιπόν, το θεμελιώδες αυτό βλέμμα θα ατενίσει τον κοινωνικό ορυμαγδό που η ίδια η καπιταλιστική κρίση δημιουργεί και φαίνεται ότι υπάρχουν δύο τρόποι για να δει κανείς αυτό το «κοινωνικό». Ο πρώτος τρόπος (η αστική θέση) που δεσπόζει και ανάγεται στον Rousseau και στους Άγγλους φιλελεύ­θερους, βλέπει ένα άθροισμα «ελευθέρων» ατόμων που συγκροτούνται ως έθνος ή καλύτερα ως κράτος-έθνος, είτε μέσω του Ρουσ­σωικού «κοι­νωνικού συμβολαίου» είτε μέσω του εγγλέζικου ζωώδους κυνηγιού του ατομικού κέρδους, όπως αυτό διοχετεύεται στα κα­νάλια του κοινωνικού δαρβινισμού.[6] Από τη θέση αυτή το στοιχειώδες κοινωνικό υποκείμενο θα κάνει μια πρώτη τομή μεταξύ των ατόμων στο εθνικό του περιβάλλον και μια δεύτερη μεταξύ των εθνών. Επομένως δεν μπορεί να διακρίνει καμία ποιοτική διαφορά ανάμεσα στον Μήτσο που φουρνίζει μπισκότα Παπαδοπούλου και στην ίδια την βιομήχανο Παπαδοπούλου. Διαφέρουν μόνο ποσοτικά: ο Μήτσος είναι ένας κύριος που η εργασία του αξίζει λιγότερο ενώ η κα Παπαδοπούλου, μια κυρία που η ερ­γασία της αξίζει πολύ περισσότερο και αυτό δεν θα μπορούσε να οφείλεται παρά στις εξαι­ρετικές ικανότητες με τις οποίες την προίκισε η φύση. Παρομοίως αντιμέτωπος με την καπιταλιστι­κή κρί­ση, δεν θα βλέπει παρά σκιές και φάσματα επίσης: «κακούς» Γερμανούς που αρπάζουν τα αγαθά από τους «καλούς» Έλληνες ή Πορτογάλους και τους βάζουν σε καθεστώς κατοχής υπό τη σιδηρά μπότα κάποιας φανταστικής οικονομικής Βερμάχτ[7].
Ο δεύτερος τρόπος (η εργατική θέση) ανάγεται στον Marx και εστιάζει στην ιστορικότητα των κοι­νωνιών, για να ερ­μηνεύσει τη βαθιά διαίρεσή τους σε κοινωνικές τάξεις. Μια διαίρεση, της οποίας οι υλικοί όροι, πάνω στους οποίους διαρθρώνεται, περιγράφονται με την έννοια της ταξικής εκμε­τάλλευσης. Η τε­λευταία αυτή έννοια είναι μάλιστα η συνεισφορά του Μαρξ στην παραδεδομένη έννοια της κοινω­νικής τάξης την οποία μετασχηματίζει από κοινωνικό αδρανές υλικό σε λειτουργικό εξάρτημα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Από αυτή πάλι τη θέση το στοιχειώδες κοινωνικό υποκείμενο θα κάνει την πρώτη και κύρια τομή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και, αντί για τομή μεταξύ των εθνών, θα δει την ιστορική διαδικασία της γέννησής και του θανάτου τους. Μπορεί έτσι να διακρίνει τους καπιταλιστές, Έλληνες, Γερμανοί, Πορτογάλοι κλπ που, οχυρωμένοι ο καθένας στο κράτος του, σκυλοτρώγονται μεταξύ τους  για την εξασφάλιση των κεφαλαίων τους, της κοινωνικής δηλαδή σχέσης που τους βάζει πρώτους τη τάξει ιδιοποιητές και διανομείς της παραγόμενης υπεραξίας. Θα βλέπει επίσης και όλους μαζί ενωμένους τους Ευρωπαίους, Αμερικάνους, Γιαπω­νέζους Κινέζους, άσπρους, μαύρους, κίτρινους καπιταλιστές εναντίον των όπου Γης, πολιτισμικής προέλευσης, χρώματος και θρησκείας, εργατών, των εν Ελλάδι (ντόπιων τε και μεταναστών) συμπεριλαμβανομένων .

Η αστική θέση θα ερμηνεύσει τα κοινωνικά φαινόμενα ως την κίνηση των ατόμων ή των εθνών, η εργατική με την κίνηση των τάξεων, την ταξική πάλη. [8] Η εργατική όμως θέση έχει κι ένα εκ των προτέρων πλεονέκτημα: Μπορεί να ερμηνεύσει την αστική θέση, καταδεικνύοντας την ταξική της εκπόρευση και στόχευση. [9]  Μπο­ρεί να αναγνωρίσει μία κοινωνική τάξη – την αστική – που έχει συ­νείδηση του εαυ­τού της και κα­τέχει την ηγεμονική θέση στην κοινωνία οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά και να την ταυτίσει με εκείνη, την οποία εξυπηρετεί και από την οποία εκπορεύεται η «ατομιστική-εθνική» θε­ώρηση, η αστική θέση.

Το σωματείο

        Στο ερώτημα τι είναι ένα εργατικό σωματείο, όπως είναι αναμενόμενο, παίρνουμε διαφορε­τικές απαντήσεις από τις δύο θεωρήσεις. Η κυρίαρχη αστική θέση θα μας πει ότι πρόκειται για μια ένωση «ελευθέρων» ατόμων που κατέχουν το εμπόρευμα «εργατική δύναμη» και τα οποία μέσω αυτής της ένωσης, επιδιώκουν να το πουλήσουν στην καλύτερη δυνατή τιμή στην «Αγορά Εργασί­ας». Αληθές; Πάντως δεν είναι όλη η αλήθεια θα μας πει η εργατική θέση. Πρώτα γιατί αυτός που διαπραγματεύεται την εργατική του δύναμη για να πετύχει μεγαλύτερη ή μικρότερη τιμή, διαπραγ­ματεύεται με το μαχαίρι της πείνας στο λαι­μό και το μπαμπούλα της ανεργίας να του ψιθυρίζει πάνω από τον ώμο ότι θα ταΐσει τα παιδιά του με τόσο, λιγότερο ή καθόλου ψωμί , ενώ αντίθετα ο αγοραστής για να αυγατίσει το κεφάλαιό του κατά μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό. Επιπλέον, σε κανένα άλλο μέρος της «Αγοράς» δεν επεμβαίνει ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός, με όλο του το βάρος  (υπουργεία εργασίας, κοινωνικών ασφαλίσεων, οικονομικών κ.α., δικαστικές εξουσίες, ιδεο­λογικοί μηχανισμοί, κατασταλτικοί μηχανισμοί στρατός, αστυνομία, παρακρατικές φασιστικές συμ­μορίες) υπέρ του ενός ή του άλλου των συναλ­λασσομένων, όπως το κάνει στην «Αγορά Εργασίας», επεμβαίνοντας αποκλειστικά υπέρ του αγο­ραστή-καπιταλιστή ξυλοφορτώνο­ντας, φυλακίζοντας , ακόμα και δολοφονώντας τον απαιτητικό πωλητή – εργάτη. Η μόνη τελικά ελευθερία του εργάτη – πωλητή εργατικής δύναμης, είναι αυτή του να πουλά την εργατική του δύ­ναμη σε τιμές και υπό όρους που συμφέρουν τον καπιταλιστή-α­γοραστή. Έτσι ολόκληρη η εικόνα, καθιστά ένα τεράστιο ψέμα αυτό που εννοείται ως «εργατικό σωματείο» στη γλώσσα της αστικής τάξης.
Το ψέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Γιατί συμβαίνει συχνά,οι εργάτες μέσω των ποικίλων ενώσεών τους, των σωματείων συμπεριλαμβανομένων, να ζητούν νομοθετική κατοχύρωση του τάδε ή του δείνα εργατικού δικαιώματος. Δεν παζαρεύουν τότε, σε μια συγκεκριμένη συναλλαγή, την τιμή της εργατικής δύναμης με τον εργοδότη ή μια ένωση των εργοδοτών, αλλά θέτουν πολιτικά ζητήματα δηλαδή συγκροτούνται ως τάξη [10] και αμφισβητούν την ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης. Εδώ δεν έχουμε αγοραία δια­πραγμάτευση εμπορευμάτων αλλά κυρίως ειπείν ταξική πάλη. Αλλά οι τάξεις δεν υπάρχουν στην αστική θεώρηση! [11] Το σωματείο σε αυτόν το ρόλο είναι κάτι το αδιανόητο για την αστική αντίληψη, που θέλει την ιστορία τελειω­μένη και την ηγεμονία της αιώνια. [12]
        Από τη σκοπιά λοιπόν των εργατικών τάξεων, το σωματείο δεν είναι απλώς μια ένωση ατόμων -κι ας αφήσουμε κατά μέρος το «ελευθέρων»- αλλά μια από τις μορφές οργάνωσης της ερ­γατικής τάξης και μάλιστα αυτή που αντιστοιχεί σε εκείνη την γκάμα ισορροπιών της ταξικής διελ­κυστίνδας, ανάμεσα στην αστική και στην εργατική τάξη, που ευνοούν την αστική. Το σωματείο, η όποια μορφή οργάνωσης των εργατών, η ίδια η έννοια της εργατικής τάξης είναι εννοιολογικά δια­κριτές και δη υπερκείμενες του απλού αθροίσματος των εργατών. Και αυτό που δικαιώνει εκ των προτέρων [13]  επιστη­μολογικά αυτή την εννοιολόγηση, είναι το γεγονός ότι η έννοια της (συγκροτη­μένης ή μη) εργατι­κής τάξης [14] , διαθέτει ένα απο­κλειστικό σύνολο ιδιοτήτων που δεν το έχει η αδια­φοροποίητη εργατι­κή μάζα. [15] Αν πρόκειται επί πα­ραδείγματι να ερμηνεύσεις το παράδοξο του πώς, ενώ όλες οι ανταλ­λαγές στην αγορά γίνονται μεταξύ ίσων σε αξία εμπορευ­μάτων, εντούτοις προκύ­πτει το καπιταλι­στικό κέρδος, χρειάζεσαι την έννοια της υπε­ραξίας, η οποία αναφέρεται ευθέως στην έννοια της ερ­γατικής τάξης, αποτελεί μάλιστα χαρακτηρι­στική της ιδιότη­τα . Η υπεραξία – και η τεράστια ερμη­νευτική της αποτελεσματικότητα – κατά κα­νένα τρόπο δεν προκύπτει από το απλό άθροισμα των εργατών, ούτε και μπορεί να αποδοθεί ως ιδιότητα σε αυτό. Αυτήν ακριβώς την ερμηνευτική απο­τελεσματικότητα φοβάται η αστική αντίλη­ψη και βδελύσσε­ται την εννοιο­λόγηση της εργατικής. Αν από τον Σωκράτη και μετά ξέρουμε ότι το επίστασθαι ση­μαίνει λογίζε­σθαι δι' εννοιών, η αστι­κή θέση έρχεται να μας ζητήσει να το ξε­χάσουμε, να πα­ραιτηθούμε από τις εννοιολογήσεις και την ερμηνευτική τους δύναμη και να μείνου­με στο προφα­νές της πολιτι­κής και ιδεολογικής της ηγεμονίας.

Ο απεργοσπάστης

        Όταν λοιπόν φτάνουμε σε μια απεργία, για να δικαιολογήσουμε και τον τίτλο του ταπεινού κειμένου που διαβάζετε, δεν έχουμε να κάνουμε με μια συμπεφωνημένη μεταξύ των πωλητών ερ­γατικής δύναμης κοινή πρακτική διαπραγμάτευσης έναντι των αγοραστών. Με άλλα λόγια δεν απεργεί ο Μήτσος και η Ελένη και ο Γιάννης και η Μαρία και ..... Απεργεί το σωματείο ως τοπικό τρόπον τινά, avatar της εργατικής τάξης. Είναι η τάξη που διεκδικεί το τάδε ή το δείνα αίτημα. Ο εργατικός αγώνας δεν είναι μια διαμάχη των διακεκριμένων ατόμων-εργατών με τον εργοδότη τους. Είναι τουλάχιστον μια διαμάχη μεταξύ της τοπικής εργατικής τάξης με τον εργοδότη και, μάλιστα στις μέρες μας, που τα σωματεία στρέφονται σε πολι­τικά αιτήματα, είναι μια τοπικά προσδιορισμένη στην Ελλάδα, δια­μάχη της παγκόσμιας εργατικής τάξης με την αντίστοιχη αστική τάξη. Το σωματείο λοιπόν, μόνο ως υπερκείμενη έννοια του αθροίσμα­τος ατόμων-μελών του μπο­ρεί να θεωρηθεί. Η ερμηνευτική δύνα­μη και επιστημολογική επομένως υπεροχή αυτής της εργατι­κής εννοιολόγησης έναντι της αστικής αντίληψης, όπως μόλις δια­πιστώσαμε, αρκεί για να προκρι­θεί και να υιοθετηθεί η πρώτη, αν βεβαίως επιμένουμε ακόμα στο Σωκράτειο κοινό τόπο του Ευ­ρωπαϊκού πολιτισμού όπως τουλάχιστον τον ξέραμε μέχρι την παρούσα καπιταλιστική κρίση. Αλλά οι θλιβεροί απατεωνίσκοι της αστικής διανόησης δεν κόπτονται γι' αυτό [16]. Ό,τι μένει σκοτεινό με την αστική-ατομιστική θεώρηση έρχεται στο φως με την εργατική-ταξική θεώρηση. Ο κόσμος των αποκάτω, έχει πια πολύ φως για να κατοικείται από τις σκιές του κόσμου των αποπάνω.
        Τώρα το δίλημμα : δικαίωμα απεργία έναντι του «δικαιώματος» στην εργασία – όπως είναι του νεοφιλελεύθερου συρμού να λέγεται η απεργοσπασία [17] – δεν είναι άλλο από το δίλημμα: ένω­ση ατόμων–πωλητών εργατικής δύναμης ή τρόπος οργάνωσης της εργατικής τάξης. Για να μιλή­σει δη­λαδή κανείς για το «δικαίωμα στην εργασία» πρέπει αναγκαστικά να θεωρεί τα μέλη του σω­ματείου μεμονωμένα άτομα που ασκούν διάφορες πολιτικές marketing για την πώληση της εργατι­κής τους δύναμης και που θα ήταν φυσικό, και παντάπασι θεμιτό, και «δημοκρατικό», και έκφραση της «ελευθερίας» τους, να επιλέγουν την απεργοσπασία ως προσφορότερη. Το αν θα τζογάρεις ή όχι το μεροκάματο αναμένοντας να κερδίσεις μακροπρόθεσμα από την αύξηση μισθού που διεκδι­κείς, εί­ναι μια ατομική επιλογή, που ανάγεται στη θεωρία παιγνίων. Ο κάθε εργάτης είναι ένας μο­ναχικός παί­κτης που πρέπει να προβλέψει σωστά τις κινήσεις των άλλων παικτών που εμπλέκονται στο παί­γνιο: των υπολοίπων εργατών και του αφεντικού. Η απεργοσπασία, αν και μακροπρόθεσμα χάνει, γιατί ευνοεί τον εργοδότη, θα ήταν η βέλτιστη επιλογή για κάθε μεμονωμένη απεργία-παρτί­δα του παιγνιδιού, είτε προβλέπεται νίκη των εργατών είτε του εργοδότη. Πάντως, δεν υπάρ­χει τί­ποτε το μεμπτό εδώ και ο ψόγος ή η παρεμπόδιση -ακόμα και ψυχολογική- του ''δικαιώματος στην (απεργοσπασία) εργασία, στοιχειοθετεί αντιδημοκρατική συμπεριφορά. Αντίθετα το δικαίωμα στην απεργία ελέγχεται ως αντικοινωνικό αφού επίσης εμποδίζει την άσκηση άλλων ατομικών δικαιω­μάτων,προφανώς ζωτικότερων από το ψωμί στο τραπέζι. Αυτό ακριβώς διατείνεται η κυρίαρχη αστική άποψη, το διαλαλούν τα παπα­γαλάκια της στα ΜΜΕ και τέλος το επιβάλλουν η ευγένεια, οι καλοί τρόποι και ο σεβασμός του δι­πλανού. Η κυρίαρχη ιδεολογία περνά πράγματι για πρακτική φιλοσοφία, για ηθικός κώδικας, για κώδικας τιμής και ευγενείας, κι αν αυτό, στις πρώτες αράδες αυτού του κειμένου, φάνηκε ασαφές εγκεφαλικό κατασκεύασμα, τώρα αποδει­κνύεται σχεδόν τε­τριμμένη αλήθεια. Όπως το ίδιο σαφής, ελπίζω πως είναι πλέον και ο αφο­ρισμός που δήλωσα ότι θα υπερασπιστώ, ότι δηλαδή, η κυρίαρχη ιδεολογία προβάλλει τα συμφέρο­ντα των αποπάνω σαν σκιές – ηθικούς κανόνες και κώδικες τιμής- στον κόσμο των αποκάτω.
Όμως δεν είναι παρά σκιές και φάσματα. Ἑπιφυλλίδες ταῦτ᾽ ἐστὶ καὶ στω­μύλματα θα έλεγε ο Αρι­στοφάνης. Πρόκειται για θεωρητική απατεωνιά ολκής, που έρχεται ως άλ­λοθι να συσκοτίσει την απλή πραγματικότητα, πως ο καπιταλιστής είναι ισχυρότερος από τον κα­θένα μας, αλλά όχι από την οργανωμένη ταξική μας παρέμβαση, αυτήν ακριβώς που θέλει, με τα ιδεολογικά όπλα του, να ματαιώσει.
Αν όμως, αντίθετα, βλέπει κανείς την απεργία ως κίνηση της εργατικής τάξης και όχι των μελών της, τότε η απεργοσπασία συνιστά ταξική προδοσία. Μόνο που για να χαρακτηριστεί έτσι, χρειάζε­ται η έν­νοια της τάξης. Είναι το εντελώς ανάλογο με το ιδεολόγημα της εθνικότητας δυνάμει του οποίου καλούμαστε κάθε λίγο και λιγάκι αμνοί, στα σφαγεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Όλοι ξέρουμε ότι το «έθνος» ήταν ιδέα – ανάγκη της αστικής τάξης που την πραγμάτωσε, της έδωσε δη­λαδή υλική υπόσταση, στο κράτος-έθνος τον18ο-19ο αι. Για ποιον ακριβώς λόγο λοιπόν η λιποτα­ξία στον πόλεμο είναι προδοσία; Διότι θεωρείται ο λιποτάκτης, όχι άτομο, αλλά μέλος του έθνους του, το οποίο και προ­δίδει με την πράξη του. Αλλιώς, η λιποταξία θα ήταν και αυτή η βέλτιστη ατο­μική επιλο­γή στο παίγνιο του πο­λέμου και τίποτα παραπάνω. [18] Αν φορτίζεται λοιπόν αρνητικά και απα­ξιώνεται ηθικά και περιφρονείται κοινωνικά ο λιποτάκτης, αυτό οφείλεται στην έννοια του έθνους. Ιδού λοιπόν η αστική υποκρι­σία. Όταν μια υπερκειμένη έν­νοια όπως το «έθνος» μας βολεύ­ει έχει καλώς. Όταν αμφισβητεί την κυριαρχία μας όμως, όπως η Μαρ­ξική «τάξη», τότε σηκώνου­με τα λάβαρα της «ελευθερίας του ατόμου», του «ανοικτού μυα­λού» ή όποιας τέλος πάντων απάτης πιάσει.
Ε, λοιπόν εμάς τους αποκάτω, μας βολεύει η έννοια της τάξης. Μας βολεύει γιατί, μέσα στο Μαρξι­κό θεω­ρητικό πλαίσιο, ερμηνεύει τον κόσμο της εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης, όπου πράγματι ζούμε και μας δίνει τρόπο να τον αλλάξουμε κατά τα δικά μας συμφέροντα. Ο απεργο­σπάστης επο­μένως προδίδει την τάξη του. Αυτή είναι η ηθική απαξία του απεργοσπάστη και προ­ϋποθέτει φυσι­κά την Μαρξική έν­νοια της τάξης. Και, σε πείσμα των ιδεολογικών μηχανισμών του αστικού κράτους,το απλό ταξικό ένστικτο [19] ξαναζωντανεύει αυτή την ηθική απαξία σε κάθε ερ­γατικό αγώνα. Το θόλωμα της ηθικής αυτής απαξίας, έχει να κάνει με την υπο­χώρηση της ταξικής ανάλυσης. Είναι τα απόνερα της επέλασης του καπιταλισμού τις τε­λευταίες δεκαετίες, με την συ­νακόλουθη ιδεολογική του ηγεμονία και την αντικατάσταση του ταξικού από το εθνικό [20], ακόμα και ανάμεσα στις γραμμές της αριστε­ράς. Δεν θα εφεύρουμε όμως και πάλι τον τροχό, επειδή οι διάφο­ροι πληρωμένοι κονδυλο­φόροι και τα πλουμιστά παπα­γαλάκια της διεθνούς αστικής τάξης εί­παν το ποίημά τους στις φυλλάδες και στην τηλεόραση!

[1]         Δεν είμαι περισσότερο υπερβολικός από όσο οι έρευνες, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και μετρούν πτώση 5 – 10 ετών στο προσδόκιμο ζωής στις χώρες που μπήκαν σε καθεστώς ΔΝΤ. Επειδή (για όσους πήραν ποτέ μαθή­ματα στατιστικής) ο κώδων του Gauss επιμένει πάντα να ταυτίζει μέση τιμή και διάμεσο, πτώση 10 ετών στο ελλη­νικό προσδόκιμο των 79 ετών σημαίνει ότι οι μισοί (από όσους γεννήθηκαμε το τάδε έτος) θα διαβαίνουμε πλέον την δεύτερη, κατά Βασίλειον Τσιτσάνην, και τελευταία πόρτα της ζωής, πριν από τα 69 μας χρόνια.
[2]         Η πόλη των εργατών βαθειά κάτω από την επιφάνεια της Γης. Και ψηλά, στην επιφάνεια, ένας παραδεισένιος κήπος για τα τέκνα των αρχόντων της Μητρόπολης... 

Από την κλασσική ταινία Metropolis του Fritz Lang
[3]         Χαρακτηριστική εμφάνιση τέτοιας προσωπικής ανιστορικόιητας είναι ο περισπούδαστος αφορισμός: «στην ζωή του ένα παιδί σήμερα θα αλλάξει τουλάχιστον 7 επαγγέλματα». Αυτό το παιδί δηλαδή θα γεννηθεί 7 φορές και κάθε φορά θα είναι όλα από την αρχή, η εκπαίδευσή του, η εργασιακή του κατάσταση, ενδεχομένως ο τόπος κατοικίας και οι φίλοι, σαν αν μην έχει ζήσει προηγουμένως! Θα είναι επίσης και κοινωνικά ανιστορικό καθόσον η κοινωνική - ταξική ιστορία που οδήγησε στην θέση αυτή ολόκληρη τη γενιά του, σκανδαλωδώς αμελείται.
[4]         Και εμείς οι δάσκαλοι ξέρουμε πόσο ανθεκτική μπορεί να είναι μια εσφαλμένη δοξασία. Τόσο, ώστε οι μαθητές μας να αναπαράγουν από στήθους το ορθόν εφαρμόζοντας όμως πάντοτε το λάθος. Είναι η περίπτωση αρκετών ανθρώπων που διάβασαν το κατιτί τους ως φοιτητές και νόμισαν ότι έτσι απέβαλαν την μεμαθημένη κυρίαρχη ιδεολογία .
[5]         Ίσως μια έννοια προθετικότητας , όχι βέβαια σαν αυτή του Brentano ψυχολογική άλλωστε εκδοχή της vis vitalis, αλλά τέτοια όπου το μεν αντικείμενο της νοητικής δράσης θα ήταν ιστορικά – πολιτισμικά καθορισμένο το δε υπο­κείμενο εν τω κόσμω τούτω, να ήταν γόνιμη προκειμένου να περιγράψει κανείς τις αναγκαίες ψυχολογικές ή/και νοητικές μετατοπίσεις από την μια θέση στην άλλη.
[6]         Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ η ιδέα της φυσικής επιλογής προέρχεται από το πεδίο της φιλελεύθερης πολιτικής οι­κονομίας, αποδείχθηκε εν τούτοις τόσο πιο γόνιμη στο πεδίο της βιολογίας και στα χέρια του Δαρβίνου ώστε ο τε­λευταίος, έδωσε το όνομά του σε μια ιδέα που δεν του ανήκε.
[7]         Δεν φαίνεται καθόλου να πτοεί τους εισηγητές αυτής της εθνικιστικής απάτης το γεγονός ότι η Γερμανία με μόλις 2,9 τρις δολάρια  ΑΕΠ δεν είναι δα και γίγαντας μπροστά στην Βρετανία με 2,2 τρις $ και τη Γαλλία με 2,1 τρις $, ούτε και το γεγονός ότι μπροστά τους είναι στρατιωτικά και διπλωματικά αμελητέα
[8]         Έτσι βρίσκει και το νόημά του ο αφορισμός του Μαρξ ότι “την ιστορία την γράφουμε εμείς οι ίδιοι αλλά όχι όπως θέλουμε”: Το κοινωνικά υποκείμενα δεν είναι τελικά αυτά που ονομάσαμε στοιχειώδη αλλά οι τάξεις, των οποίων η κίνησή  μέσα στην ιστορία, διέπεται από κάποιες κανονικότητες, από κοινωνικούς νόμους
[9]         Στη βάση αυτού του πλεονεκτήματος τις ονοματίσαμε “αστική θέση” και “εργατική θέση”. Βέβαια, κανένας εκπρόσωπος της αστικής θέσης δεν θα απο­δεχόταν τον χαρακτηρισμό «αστική» γιατί απλούστατα κατ' αυτόν στην έννοια τάξη αξίζει το ξυράφι του Occam. Πράγματι:

«.... Για τους Adam Smith και David Ricardo, προπάτορες των σύγχρονων οικονομικών η ταξική ανάλυση ήταν κε­ντρική [....] Κι όμως οι σήμερα επικρατούσες οικονομικές θεωρίες – η νεοκλασσική και η Κεϋνσιανή οικονομική παράδοση που διδάσκονται στις σχολές, χρησιμοποιούνται από τους δημο­σιογράφους και πολιτικούς, και είναι επο­μένως ευρέως πιστευτές – αγνοούν την ταξική ανάλυση. Κάτι συνέβη μετά τον Ricardo που ενδεχομένως οδήγησε την ταξική ανάλυση στη σκιά. Αυτό το κάτι ήταν η εργασία του Καρόλου Μαρξ....»

Rick Wolff, Class and Economics
[10]         ......κάθε κίνημα, με το οποίο η εργατική τάξη αντιπαρατάσσεται στις κυρίαρχες τάξεις ως τάξη και προσπαθεί να τις κατανικήσει με μια πίεση απ' τα έξω, είναι κίνημα πολιτικό. Λόγου χάρη, η προσπάθεια να         υποχρεωθούν οι κάποιοι κε­φαλαιοκράτες σε κάποιο εργοστάσιο ή σε κάποιο βιομηχανικό κλάδο με απεργίες κτλ. να μειώσουν τις ώρες εργασίας, είναι μία κίνηση καθαρά οικονομική. Απεναντίας, ένα κίνημα, που έχει σκοπό να επιβάλει την ψήφι­ση ενός νόμου για το οκτάωρο κτλ., είναι κίνημα πολιτικό. Κι έτσι, απ' τα σποραδικά οικονομικά κινήματα των ερ­γατών, αναπτύσσεται παντού ένα πολιτικό κίνημα, δηλαδή ένα κίνημα της τάξης, που αποσκοπεί στην υλοποίηση των συμφερόντων της με γενικευμένη μορφή, δηλαδή με μια μορφή, που έχει γενική ισχύ για όλη την κοινωνία....
Καρλ Μαρξ :Επιστολή στον Φρίντριχ Μπόλτε        
[11]         Τάξεις μπορεί να μην βλέπουν, αλλά το ταξικό μίσος ξεχειλίζει και όποιος διαφωνεί είναι κοινωνικά αποβλητέος, μας απειλεί ο πολύς κ. Πάγκαλος, ως αναρχικός ή ως κομμουνι­στής ή ως μαλάκας. Και στις τρεις περιπτώσεις πάντως αρ­μοδία είναι η ράβδος του πραιτοριανού. Διαλέξτε!
[12]         Δεν πρωτοτυπεί βέβαια, πολλοί θυμόμαστε ότι θα καταστρεφόταν ο κόσμος αν έφευγε ο βασιλιάς, πιο παλιά ακόμα, αν τα κορίτσια διάλεγαν μόνα τους τον σύντροφο της ζωής τους και, μέχρι πρότινος στην Ν. Αφρική, αν οι μη λευ­κοί άνθρωποι έπαυαν να είναι σκλάβοι. Αλλά ο κόσμος δεν καταστράφηκε.. . .
[13]         Εκ των προτέρων εννοούμε, πριν από την διάρθρωσή της σε συνεκτική και ερμηνευτικά αποτελεσματική θεωρία , πράγμα που αποτελεί, εν αντιδιαστολή, εκ των υστέρων επιστη­μολογική δικαίωση
[14]         Τάξη καθ' εαυτήν για την Μαρξιστική ορολογία
[15]         Αναφέρομαι στον νόμο της ταυτότητας του Leibniz: Το Α και το Β ταυτίζονται, εάν κάθε κατηγόρημα που αποδίδε­ται αληθώς στο ένα, αληθεύει και για το άλλο.
[16]         Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,/τους Γερμανούς τους προφεσόρους,/που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,/αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,/υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,... 

Wolf Biermann Μτφ: Δ. Κούρτοβικ
[17]         Η παρονομασία έχει προ πολλού περάσει από τη Οργουελική μυθιστορία στην καθημερινή γκαιμπελική εργαλειο­θήκη των ΜΜΕ όταν πρόκειται να γυαλιστούν, για τις ανάγκες της εξαπάτησης των εργατών, και οι πιο δύσοσμες έννοιες. Έτσι, ο εξ εφέδρων του πολιτικού προσωπικού της άρχουσας τάξης,ο απεχθής τσεκουροφόρος προεξάρχων των φασιστικών-ρατσιστικών ορδών της ΕΠΕΝ Βορίδης, χαρακτηρίζεται, υπουργός της νέας χούντας πλέον, ως «ακτιβιστής της δε­ξιάς»!
[18]         Αυτός μάλιστα είναι και ο λόγος που οι γόνοι των αστικών οικογενειών εξαφανίζονται αιδημόνως άμα τη κηρύξει του πολέμου, για να εμφανι­στούν, μυστηριωδώς εξαγνισμένοι ως υπερπατριώτες, με την λήξη του.
[19]         Κι αν το λέμε ταξικό ένστικτο δεν είναι παρά η αμφιβολία του εργάτη πως κάτι δεν πηγαίνει καλά με τις σκιές τ΄ α­πάνω κόσμου, καθόσον αυτές ακινητούν όταν το σύμπαν του σείεται από τον αγώνα της τάξης του.
[20]         Ακόμη μία, η πιο κρίσιμη, προβολή του ταξικού συμφέροντος της αστικής τάξης, ως «εθνικό συμφέρον» στον κόσμο των σκιών, δηλαδή ως συμφέρον και της εργατικής τάξης.



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.