Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2012

Cineύρεση No1



Στην στήλη Cineύρεση θα δημοσιεύουμε κριτικές και απόψεις για κινηματογραφικές ταινίες που αξίζουν την προσοχή μας.

Σήμερα σας παρουσιάζουμε την ταινία του 2011 "Ακόμα και η βροχή" σε κριτική του Γιώργου Παπαδημητρίου, όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τύπος της Θεσσαλονίκης».




Ο Καρλ Μαρξ είχε πει κάποτε πως «η Ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη φορά ως φάρσα». Αυτή τη διάσημη ρήση μάλλον είχαν κατά νου ο Σκοτσέζος σεναριογράφος –και μόνιμος συνεργάτης του Κεν Λόουτς– Πολ Λάβερτι και η Ισπανίδα σκηνοθέτις και σύντροφός του, Ιθιάρ Μπογιαΐν (και όχι Μπολάιν ή ακόμη χειρότερα Μπολέιν, όπως αναγράφεται παντού!), καθώς κατέστρωναν το πλάνο και τον σκελετό της ταινίας τους. Το υπόβαθρο λοιπόν, επί του οποίου χτίζεται το φιλμικό οικοδόμημα, απαρτίζεται από τρία επίπεδα, τα οποία διαχέονται το ένα στο άλλο, με σκοπό την ανάδειξη μίας κοινής συνισταμένης, μίας απώτερης κατευθυντήριας γραμμής. Ας γίνουμε όμως λίγο πιο συγκεκριμένοι.


Επίπεδο πρώτο: η διαχρονικά λατρεμένη πλατφόρμα της ταινίας που εξελίσσεται μέσα στην ταινία. Στις επιτυχημένες εκδοχές του, το σχήμα αυτό αποτίνει φόρο τιμής στην τέχνη του κινηματογράφου και ρίχνει μία ηδονοβλεπτική ματιά από προνομιούχο θέση στην όλη διαδικασία. Στον αντίποδα, στις λιγότερο επιτυχημένες απόπειρες δρα υπέρ το δέον αυτό-αναφορικά και εγκλωβίζεται σε μία ατέρμονη ανακύκληση. Στην περίπτωσή μας, ο λειτουργικός σκοπός εστιάζει περισσότερο στην επιδιωκόμενη σύγχυση μεταξύ αναπαράστασης και πραγματικότητας, στις πολλαπλές σημαινόμενες διαστάσεις στις οποίες αντιστοιχεί η σημαίνουσα εικόνα.

Επίπεδο δεύτερο: ο, τρόπον τινά, δεύτερος βαθμός «ψευδούς παράστασης», τα φιλμικά δρώμενα που ξεπηδούν στο πανί, καθιστώντας μας θεατές δύο ταινιών, με δεύτερη να περιέχεται στο εσωτερικό της πρώτης. Θέμα της η αποδόμηση της ιδεαλιστικά πλασμένης ιστορικής εικόνας του Χριστόφορου Κολόμβου και η ανάδειξη της πτυχής του ως πρωτεργάτη μίας στυγνής και διαιωνιζόμενης αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης. Το ζητούμενο δεν είναι φυσικά η προσωποκεντρική δαιμονοποίηση αλλά η ανάδυση μίας διαχρονικότητας, η αποσαφήνιση πως τα σαθρά θεμέλια οδηγούν εκ των πραγμάτων σε μία παρατεταμένη εκμετάλλευση.

Επίπεδο τρίτο: η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η άνιση μάχη των αυτοχθόνων κατοίκων για το νερό που διαδραματίζεται στο περιθώριο των γυρισμάτων. Το σκέλος αυτό δηλαδή, το οποίο αντιλαμβάνονται ως παρόντα χρόνο τόσο οι φιλμικοί χαρακτήρες όσο και οι θεατές. Στόχος η απόδοση μίας αίσθησης υπέρτερης «πραγματικότητας», η εξερεύνηση μίας βαθύτερης ουσίας που καταποντίζει όλα τα υπόλοιπα και ζητά επιτακτικά από τους πάντες να λάβουν/λάβουμε θέση. Στο σημείο αυτό, ας θυμηθούμε και την εναρκτήρια φράση – αναφορά του κειμένου. Η Ιστορία λοιπόν (αναφορά στο Κολόμβο και τις απαρχές της εκμετάλλευσης), θα επαναληφθεί τόσο ως υφιστάμενη τραγωδία (αποστέρηση των κατοίκων από το πλέον βασικό αγαθό της ζωής, το νερό) όσο και ως καλοστημένη φάρσα (η ταινία ως έργο τέχνης, ως κάτι εξ ορισμού ψευδές και απατηλό).

Τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία αντλεί έμπνευση το δίδυμο των Μπογιαΐν και Λάβερτι συνέβησαν το 2000, όταν κατόπιν εντολών της Παγκόσμιας Τράπεζας ιδιωτικοποιήθηκε το νερό στη Βολιβία και ακολούθως τριπλασιάστηκε η τιμή του, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο ποσοστό του, ήδη εξαθλιωμένου, πληθυσμού να το στερηθεί. Στον τόπο των γυρισμάτων, στην απομακρυσμένη επαρχία της Κοτσαμπάμπα, οι κάτοικοι έστησαν δεξαμενές, συνέλλεγαν το νερό της βροχής και εν συνεχεία, το φίλτραραν για να καταστεί πόσιμο. Όπως ήταν φυσικό, η συλλογή και επεξεργασία βρόχινου νερού κηρύχθηκε παράνομη και στρατιές μισθοφόρων από εταιρίες security ανέλαβαν να γκρεμίσουν τις δεξαμενές. Η κίνηση αυτή μετέτρεψε τη σπίθα σε έκρηξη και οδήγησε σε ένα συνεχή και επίπονο αγώνα, ο οποίος ακύρωσε την ιδιωτικοποίηση των Βολιβιανών υδάτινων πόρων και έμεινε γνωστός ως «πόλεμος του νερού» (Guerra del Agua).

Ακόμη και η βροχή λοιπόν, όπως μας ενημερώνει άλλωστε και ο τίτλος, αποτελεί εμπορεύσιμο προϊόν που υπόκειται σε περιορισμούς και ελέγχους. Λίαν συντόμως, στην ίδια κατηγορία θα υπάγεται και ο αέρας που αναπνέουμε, αναμείνατε στις οθόνες σας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι κεντρικοί χαρακτήρες καλούνται να αποφασίσουν κατά πόσο θα υπάρξουν υποκείμενα της Ιστορίας, πέρα από αντικείμενα. Η θεωρητική ρητορική που αμφισβητεί την καθεστηκυία τάξη (μία ιστορική μυθοποίηση επί παραδείγματι) έρχεται σε σύγκρουση με τη βολή, την εύκολη φυγή, την απαγκίστρωση από τη λογική του κέρδους, την ανάληψη ευθυνών. Ο σκηνοθέτης της ταινίας αποτελεί μία, ας πούμε, «ακτιβιστικότερη» εκδοχή του φελλινικού «Guido». Για να δημιουργήσει καλλιτεχνικά θα πρέπει να ξεμπερδέψει με το εσωτερικό χάος που επιζητεί επίμονα απαντήσεις.

Η Μπογιαΐν καθόλη τη δύσβατη διαδρομή που επιλέγει, κατορθώνει να συνδυάσει αρμονικά τη μεγαλοπρεπή κινηματογράφηση των…κινηματογραφικών πλάνων και την απεικόνιση των ταραχών και των οδομαχιών με ένα στυλ που προσομοιάζει σε ντοκιμαντέρ. Σε κάποια σημεία δεν αποφεύγει την παγίδα του, όχι ακριβώς εύκολου, αλλά ολίγον βιαστικού διδακτισμού, χάνοντας σε κάποιους δραματουργικούς κόμβους το σταθερό της χέρι, τον προσηλωμένο της βηματισμό. Το στάδιο της συνειδητοποίησης συμπίπτει με αυτό της θυμικής κορύφωσης, γεγονός καθαυτό πλήρως αποδεκτό. Το ζήτημα είναι οι συναισθηματικές κορώνες να μην αποφορτίζουν την όλη διαδικασία, ώστε να αναδεικνύευται η επιθυμητή υποδόρια ένταση. Για να το θέσουμε με πιο πολιτικούς όρους, ανά στιγμές η διαλεκτική σκέψη δείχνει να υποχωρεί έναντι της βουλησιαρχίας. Το συνολικό πρόσημο παραμένει αναμφίβολα θετικό, ακόμη περισότερο αν αναλογιστεί κανείς την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. Αντί επιλόγου, ας κάνουμε κι εμείς, όπως και η ταινία, μία μικρή μνεία στον αρχικό εμπνευστή του σεναρίου και εδώ και ένα χρόνο εκλιπόντα, Χάουαρντ Ζιν. «Είναι αδύνατο να μείνεις ουδέτερος σε ένα κινούμενο τραίνο». Τόσο απλά.

Σκηνοθεσία: Ιθιάρ Μπογιαΐν
Παίζουν: Γκαμπριέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Λουίς Τοσάρ, Κάρα Ελεχάλντε, Ραούλ Αρεβάλο
Διάρκεια: 103′
Τίτλος: "Tambin la lluvia"


Πηγή: http://www.cinedogs.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.