Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Ο νόμος της αξίας και ο νόμος των αναγκών

του Ανώνυμου Προβοκάτορα


Ας ξεκινήσουμε με τον νόμο της αξίας και πιο συγκεκριμένα για το ζήτημα της αξίας της εργατικής δύναμης σήμερα. Να θέσουμε ένα πρώτο και οδυνηρό ερώτημα : « Οι αξίες που έχει ανάγκη η εργατική δύναμη ώστε να αναπαραχθεί είναι σταθερές (είτε ποσοτικά είτε ποιοτικά) ; ». Μάλλον όχι και αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της θέλησης των καπιταλιστών να μειώνουν ή να μετακυλύουν το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης αλλά συνέπεια της ίδιας της εξέλιξης της παραγωγής, δηλαδή το πώς και ποια εργασία αποκρυσταλλώνεται σε εκείνα τα εμπορεύματα που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Τα τελευταία με την σειρά τους εξαρτώνται από τις ίδιες τις παραγωγικές δυνάμεις που τα πλάθουν. Εδώ περιπλέκεται ακόμα η υπόθεση γιατί αν δούμε την κριτική στις παραγωγικές δυνάμεις που αναπτύσσονται καταλήγουμε πως υπάρχει και ένας ακόμα παράγοντας εκτός από το ποσό της εργασίας που αποκρυσταλλώνεται σε αυτά τα εμπορεύματα, και αυτό είναι ο χαρακτήρας των μέσων παραγωγής και την κατεύθυνση που εξυπηρετούν. Ο ίδιος ο Μαρξ διατύπωνε : «Οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παραγωγών και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ανταλλάσσουν τις δραστηριότητές τους και μοιράζονται την συνολική πράξη της παραγωγής, φυσικά θα μεταβάλλεται σύμφωνα με τον χαρακτήρα των μέσων παραγωγής.» (Wage, Labor and Capital – Karl Marx (πηγήwww.marxists.org) ). Και είναι λογικό αν δούμε πτυχές όπως είναι πχ η εκπαίδευση ή η σύγχρονη ιατρική ή φαρμακευτική. Που καταλήγει όμως όλος αυτός ο συλλογισμός ; Μας οδηγεί στην ανάγκη κριτικής της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας και των μέσων παραγωγής ώστε αυτά να μην αναπτύσσονται με βάση την ανάγκη απόσπασης υπεραξίας και μείωσης του κόστους της εργατικής δύναμης, γιατί αλλιώς η απλή διεκδίκηση θα μένει στην επιβίωση της εργατικής δύναμης όπως την έχει ανάγκη η κερδοφορία του κεφαλαίου και όχι στην ανάγκη εν τέλει άλλης ζωής του εργαζόμενου. Ακόμα δηλαδή και μια πολιτική γραμμή που βάζει ως στόχο την επιβίωση της τάξης είναι λειψή αν δεν ενσωματώνει στο σήμερα την κριτική της στα μέσα παραγωγής και την παραγωγή την ίδια, αυτό γιατί ζητά το πάγωμα της καπιταλιστικής πραγματικότητας στην υπάρχουσα κατάσταση κάτι που είναι αδύνατον και διαιωνίζει την ίδια άθλια κατάσταση της εργατικής τάξης. Από την άλλη όμως η μονόπλευρη κριτική στον χαρακτήρα της ίδιας της εργασίας και των μέσων παραγωγής χωρίς την «κατάκτησή» τους, αποσπασματικά ή συνολικά, θα μένει μετέωρη ως μια κίνηση που τοποθετείται εκτός της ίδιας της πραγματικότητας και «από ψηλά» προσπαθεί να ερμηνεύσει μια κατάσταση χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι αποτελεί μέρος της και μάλιστα αρκετά ενεργό. Με βάση την διαλεκτική σχέση των παραπάνω οφείλουμε να δούμε τον νόμο της αξίας με σκοπό να τον καταργήσουμε όχι αγνοώντας τον αλλά μέσα από την κατανόησή του. Την τεχνική που εφάρμοσαν δηλαδή και οι Μαρξ και Ένγκελς στην συγγραφή του ίδιου του Μανιφέστου, την ίδια την μέθοδο που μιλάει για την γέννηση της άλλης κοινωνίας μέσα από τα σπλάχνα της υπάρχουσας. Άρα ακόμα και η κατάκτηση της επιβίωσης της τάξης απαιτεί μια συνολική κριτική τόσο της υπάρχουσας κατάστασης όσο και την σημερινή προσπάθεια κατάργησής της και μετασχηματισμού της σε άλλη κατεύθυνση ώστε να εξυπηρετεί άλλες ανάγκες. Αυτό ειδικά σε συνθήκες κρίσης αποκτά συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που πρέπει να περιγραφούν από την επαναστατική πολιτική πρόταση. Το ζήτημα της εργατικής δύναμης που η διαμόρφωσή της είναι νούμερο ένα στόχος για το κεφάλαιο (τόσο για την διέξοδο από την κρίση όσο και για την ανάπτυξη) πρέπει να αποτελεί τον πυρήνα της πρότασής μας. Γιατί η εργατική απάντηση στην κρίση πρέπει σαν πυρήνα να βάζει την ίδια την τάξη, δηλαδή να μιλήσει η ίδια για τον εαυτό της, για την εργατική δύναμη σαν κάτι που θα καθορίζεται από την ίδια την τάξη και όχι οι ανάγκες του κεφαλαίου, μια πρόταση που δεν θα βλέπει τον εαυτό της σαν οικονομικό αναλυτή του καπιταλισμού που ψάχνει την πιο φιλεργατική λύση στα πυρηνικά αδιέξοδα του καπιταλισμού.

Ένα μόνο παράδειγμα ανάγκης στο σήμερα τέτοιας πολιτικής γραμμής είναι πέρα από το ζήτημα της επιβίωσης της τάξης, ο ίδιος ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας, η ίδια η κοινωνική εργασία. Μα πολλοί θα πουν τι νόημα έχει να συζητάμε ή να παλεύουμε για έναν άλλο κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, εν τέλει για μια άλλη κοινωνική εργασία ; Μέγιστο σφάλμα που οδηγεί σε ενσωμάτωση ακόμα και πρωτοπόρες κινήσεις και δράσεις της τάξης. Αν λοιπόν απαιτούμε καταλήψεις στην ίδια την παραγωγή και εργατικό έλεγχο και δεν βάζουμε επί τάπητος το ζήτημα της κοινωνικής εργασίας, σε ποιον εν τέλει καταμερισμό εργασίας (και ουσιαστικά σε ποια παραγωγή και για ποιων το όφελος) καλούμε τους εργαζόμενους ; Εδώ χρειάζεται μια επιστροφή στην ίδια την ανάλυση της κρίσης και συγκεκριμένα στο τι καθορίζει την παραγωγή, δηλαδή η αύξηση του μέσου ποσοστού κέρδους που καθορίζει και το «τι» παράγεται και την ποσότητα των εμπορευμάτων που παράγονται. _Σε έναν κοινωνικό καταμερισμό που εξυπηρετεί μια τέτοια παραγωγή δεν μπορούμε να καλέσουμε τους εργαζόμενους, επομένως πρέπει να ψηλαφίσουμε το κοινωνικά αναγκαίο που θα οδηγήσει τον εργατικό έλεγχο, εκείνη την παραγωγή που θα βασίζεται στις ανάγκες της πληττόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας. Να μιλήσουμε ουσιαστικά για την διεκδίκηση, κατάκτηση, υλοποίηση και αναβάθμιση της χάρτας αναγκών και δικαιωμάτων σαν αγώνα και κατάκτηση ενός εργατικού κινήματος που «για αυτό» παίρνει στα χέρια του την παραγωγή και όχι για να αλλάξει διαχείριση στο υπάρχων καπιταλιστικό σύστημα. Καταλήξαμε με λίγα και απλά βήματα στην σύνδεση του νόμου των αναγκών με τον νόμο της αξίας. Μας μένει να ορίσουμε με κριτήρια τον νόμο της ανάγκης, το κοινωνικά αναγκαίο. Ταυτόχρονα να κάνουμε την κριτική μας στις υπάρχουσες προτάσεις και αναλύσεις για την ίδια την ανάγκη ώστε να αναπτύξουμε αυτή την τοποθέτηση.

Η επικρατούσα άποψη για τον νόμο των αναγκών είναι εκείνη της πυραμίδας αναγκών του Maslow, άποψη με την οποία πρέπει να συγκρουστούμε, αφού αναλύσουμε και δούμε τα αδιέξοδά της και πως αυτά τα αδιέξοδα μεταφέρονται σε όσους την ενστερνίζονται στην πολιτική τους πρόταση. Συγκεκριμένα η πυραμίδα του Maslowχωρίζεται σε 2 μέρη τις ανάγκες έλλειψης και τις ανάγκες ανάπτυξης, θεωρεί πρωταρχικές τις ανάγκες έλλειψης ενώ για την ικανοποίηση των αναγκών ανάπτυξης θεωρεί αναγκαία συνθήκη την κάλυψη έστω και επιφανειακά των αναγκών έλλειψης. Οι ανάγκες που απαρτίζουν την πυραμίδα δομούνται ως εξής :

· Φυσιολογικές (τροφή, νερό, στέγη, ενδυμασία)

· Ασφάλειας (εξασφάλιση εργασίας, στέγης, ανεξαρτησία – αυτοτέλεια)

· Κοινωνικές (κοινωνικές επαφές – σχέσεις)

· Κύρους (εκτίμηση, σπουδαιότητα)

· Αυτοπραγμάτωση (μεγιστοποίηση της δύναμης και της εξουσίας)

Οι άνθρωποι δεν μπορούν όμως να αναλυθούν ως ξεροί αριθμοί ή σαν άλλο ένα έμβιο ων και αυτό όχι για μεταφυσικούς λόγους αλλά γιατί η κοινωνία την οποία δημιουργεί ο άνθρωπος αποτελεί ένα ολόκληρο σύστημα στο οποίο δεν μπορούμε να δούμε αφαιρετικά τον ορισμό της ανάγκης. Ο άνθρωπος επομένως είναι ένα κοινωνικό ωνπου δεν μπορεί οι ανάγκες του να εγκλειστούν στα όρια της βιολογίας αλλά αντίστροφα ο ορισμός της ανάγκης απαιτεί πολιτική απάντηση. Αρχικά θα χρειαστούμε ένα «πλατύσκαλο» ώστε να πατήσουμε πριν βαθύνουμε την υπόθεσή μας και αυτό δεν είναι άλλο από την «απόδειξη» της αλληλεπίδρασης του ανθρώπου και των συνθηκών και μαζί με αυτό την πρακτική ζωή ως πεδίο εξήγησης της κοινωνικής ζωής την οποία παίρνουμε σαν κριτήριο.

«Η υλιστική διδασκαλία ότι οι άνθρωποι είναι προϊόντα των συνθηκών και της διαπαιδαγώγησης και ότι επομένως οι άνθρωποι που έχουν αλλάξει είναι προϊόντα άλλων συνθηκών και αλλαγμένης διαπαιδαγώγησης, ξεχνάει ότι τις συνθήκες τις αλλάζουν ακριβώς οι άνθρωποι και ότι πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί κι ο ίδιος ο παιδαγωγός. Έτσι η διδασκαλία αυτή καταλήγει αναγκαστικά στο να χωρίζει την κοινωνία σε δύο μέρη, όπου το ένα απ’ αυτά υψώνεται πάνω από την κοινωνία (για παράδειγμα αυτό κάνει ο Ρόμπερτ Όουεν ). Η σύμπτωση αλλαγής των συνθηκών με την αλλαγή της ανθρώπινης δράσης μπορεί να θεωρηθεί και να κατανοηθεί σωστά μονάχα σαν ανατρεπτική πράξη.»(Καρλ Μαρξ «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ» – Θέση 3 (πηγή Φ.Ένγκελς «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας» σελ 65-66) ) Πρώτο κρατούμενο για το «πλατύσκαλο» η αλληλεπίδραση κοινωνίας και ανθρώπου και μάλιστα η ταυτόχρονη αλλαγή συνθηκών και ανθρώπινης δράσης χαρακτηρίζεται ως ανατρεπτική πράξη, δηλαδή πρέπει να μιλήσουμε στην ανάπτυξη του ερωτήματος για την συγκεκριμένη δράση που θα θελήσουμε να δημιουργήσει τις αντίστοιχες συνθήκες ως πράξη ανατροπής. Που όμως πρέπει να αναζητήσουμε τις λύσεις , την απάντηση για τα κοινωνικά ερωτήματα ; «Η κοινωνική ζωή είναι στην ουσία της πρακτική. Όλα τα μυστήρια, που παρασέρνουν τη θεωρία προς τον μυστικισμό, βρίσκουν τη λογική τους λύση στην ανθρώπινη πράξη και στην κατανόηση αυτής της πράξης.»(Καρλ Μαρξ «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ» – Θέση 8 (πηγή Φ.Ένγκελς «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας» σελ 67)) Το πλατύσκαλό μας συμπληρώθηκε και απαιτεί το επόμενο σκαλοπάτι, αυτό της κατάρριψης της θεωρία του Maslow μέσα στην ίδια την κοινωνική ζωή. Χρειάζεται και κάτι παραπάνω όμως που θα χρειαστεί στο συμπέρασμα αλλά αν δεν τοποθετηθεί εδώ θα το επηρεάσει, αυτό δεν είναι άλλο από την κατανόηση της αναγκαιότητας αλλά και της ίδιας της κατανόησης του ανθρώπου. Αυτό γιατί εμείς θέλουμε να υπερασπιστούμε το κοινωνικά αναγκαίο, όχι μόνο απέναντι στις πλασματικές ανάγκες που γεννά ο καπιταλισμός αλλά και απέναντι στην λογική της ουδετερότητας της ανάγκης σε μια ταξική κοινωνία.Ας ξεκινήσουμε από την ίδια την νόηση «Το ζήτημα, αν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να κατακτήσει την αντικειμενική (gegenständliche) αλήθεια δεν είναι ζήτημα θεωρίας, είναι πρακτικό ζήτημα. Στην πράξη πρέπει ο άνθρωπος ν’ αποδείξει την αλήθεια, δηλαδή την πραγματικότητα και την δύναμη, το εντεύθεν (Diesseitigkeit) της νόησής του. Η διαμάχη για την πραγματικότητα ή τη μη πραγματικότητα της απομονωμένης από την πράξη νόησης είναι καθαρά σχολαστικό ζήτημα.» (Καρλ Μαρξ «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ» – Θέση 2 (πηγή Φ.Ένγκελς «Ο Λουδοβίκος Φόιερμπαχ και το τέλος της κλασσικής γερμανικής φιλοσοφίας» σελ 65)) Δηλαδή ο ορισμός και η κατανόηση του κοινωνικά αναγκαίου δεν μπορεί παρά να είναι «πράξη» και όχι αποκλειστικά θεωρητικό ζήτημα που δεν άπτεται της πρακτικής ζωής. Αν σκεφτούμε πως η δράση - πράξη για την κατάκτηση - ορισμό του κοινωνικά αναγκαίου γίνεται ταυτόχρονα με την αλλαγή των συνθηκών , δηλαδή με την κατάκτηση (εν μέρει ή εν συνόλω για αυτό βέβαια θα πούμε αργότερα) του κοινωνικά αναγκαίου τότε μιλάμε για ανατρεπτική πράξησύμφωνα με όσα είπαμε προηγουμένως. Οι ανάγκες ανάπτυξης όπως τις ορίζει ο Maslowδέχονται τα πρώτα τους χτυπήματα καθώς η δύναμη και η εξουσία πάνω στις συνθήκες γίνεται βασικό στοιχείο του καθορισμού της ανάγκης. Υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που συνηγορούν σε αυτό ; Ναι, ας δούμε άλλον ένα που στην ανάγκη βάζει ζήτημα εξουσίας «Συνεπώς, η ελευθερία θέλησης δε σημαίνει τίποτε άλλο από την ικανότητα να μπορούμε να αποφασίζουμε με γνώση των πραγμάτων. Άρα, λοιπόν, όσο πιο ελεύθερη είναι η κρίση ενός ανθρώπου σε σχέση με κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα, με τόσο μεγαλύτερη αναγκαιότητα θα έχει καθοριστεί το περιεχόμενο αυτής της κρίσης ενώ η αβεβαιότητα που στηρίζεται στην αγνωσία, η οποία κάνει φαινομενικά αυθαίρετα την επιλογή της ανάμεσα σε πολλές και διάφορες αντιφατικές αποφάσεις, αποδείχνει την ανελευθερία της ακριβώς στο γεγονός ότι κυριαρχείται από το αντικείμενο, πάνω στο οποίο πρέπει, ίσα-ίσα, να κυριαρχεί. Επομένως η ελευθερία συνίσταται στην κυριαρχία, η οποία στηρίζεται στη γνώση των φυσικών αναγκαιοτήτων, πάνω στον εαυτό μας και την εξωτερική φύση. Έτσι, είναι αναγκαστικά ένα προϊόν της ιστορικής εξέλιξης.» (Φ.Ένγκελς «Αντι-Ντίρινγκ» σελ 146-147) Συμπεραίνουμε πως ο βαθμός της αναγκαιότητας καθορίζεται από την ελευθερία θέλησης και συγκεκριμένα από την κυριαρχία πάνω στο αντικείμενο της θέλησης, επιπρόσθετα η γνώση των φυσικών αναγκαιοτήτων για τους εαυτούς μας και την εξωτερική φύση βοηθά στην κατανόηση της αναγκαιότητας και στην ελεύθερη θέληση. Όλα αυτά αποτελούν προϊόντα της ιστορικής εξέλιξης , δηλαδή η κατάκτηση του κοινωνικά αναγκαίου είναι ιστορική και κοινωνική πράξη που θέλει να καταργεί κάθε φορά την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, άρα όχι μόνο ανατρεπτική πράξη είναιαλλά επαναστατική πράξη. Με μιας η πυραμίδα του Maslow έχει μετατραπεί σε πυραμίδα από τραπουλόχαρτα που καταρρέει. Γιατί αποδείξαμε πως οι ανάγκες ανάπτυξης που ορίζει καθορίζουν τις ανάγκης έλλειψης σε τέτοιο βαθμό που μπορούν να τις επανακαθορίσουν, μετατρέπεται δηλαδή η πυραμίδα σε ένα σύνολο που είναι διαλεκτικό και εμπεριέχει την ενότητα των αντιθέτων (ως ανάπτυξη και έλλειψη ταυτόχρονα) ως κινητήρα μετασχηματισμού τους ως σύνολο. Σκεφτείτε πως καταρρίψαμε αυτήν την θεώρηση χωρίς να βάλουμε τα απλά ερωτήματα της καθημερινότητας που την ξεριζώνουν εν ριπή οφθαλμού, και αυτά δεν είναι άλλα από τα εξής δύο, την υγιή διαβίωση και την ίδια την ανάγκη για κοινωνική απελευθέρωση. Δηλαδή η ανάγκη για υγιή διατροφή κόντρα πχ στα μεταλλαγμένα ή στην πλαστική τροφή είναι ανάγκη έλλειψης ή ανάπτυξης ; Με τον Maslow η μόδα στην ενδυμασία είναι ανάγκη έλλειψης ή ανάπτυξης ; Η τέχνη είναι ανάγκη ; ή μήπως σε όλα αυτά η έκφραση και η επικοινωνία είναι δύναμη και εξουσία άρα ανάγκη αυτοπραγμάτωσης ; Τι γίνεται εν τέλει με την ολοκλήρωση του ανθρώπου σαν κοινωνικό ων είναι και αυτό ανάγκη ανάπτυξης ; Πόσο μάλλον η πυραμίδα του Maslow δεν μπορεί να ορίσει ή να αντιπαρατεθεί με την έννοια των πλασματικών αναγκών.

Σε αυτήν την στιγμή πρέπει να «αποκαθηλώσουμε» δύο σχήματα. Το πρώτο το συναντάμε στην Αριστερά και μιλά την γλώσσα του Maslow, δηλαδή πρώτα επιβίωση της τάξης, κάλυψης των αναγκών αναπαραγωγής της εργατικής της δύναμης και μετά (σταδιακά κιόλας) ανάπτυξή της χειραφέτησης της ίδιας. Σχήμα που στηρίζεται στο ότι δεν μπορούμε «νηστικοί να κάνουμε την επανάσταση» αυτή θα την κάνει η τάξη όντας χορτάτη. Χώρια που η μεγάλη Οκτωβριανή επανάσταση του 1917 συντρίβει στην πράξη της ίδιας της ζωής αυτή την καρικατούρα σκέψης , την σκέψη αυτή ήδη την είχαν συντρίψει ο Μαρξ και μετέπειτα ο Λένιν για να φτάσουν στα συμπεράσματά τους. Βάζουν τολμηρά το ζήτημα της επαναστατικής δυνατότητας και της ανάγκης ορισμού της στις συγκεκριμένες πάντοτε συνθήκες. «Η επικαιρότητα της επανάστασης : αυτή είναι η θεμελιώδης σκέψη του Λένιν, καθώς και το καθοριστικό σημείο που τον συνδέει με τον Μαρξ. Γιατί ο ιστορικός υλισμός, σαν έκφραση που ορίζει τον προλεταριακό απελευθερωτικό αγώνα, δεν μπορούσε να συλληφθεί και να διατυπωθεί θεωρητικά παρά μόνο εκείνη την στιγμή που η πρακτική του επικαιρότητα είχε ήδη μπει στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας. Σε μια στιγμή όπου, σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ, δεν εμφανίζεται πια μέσα στην αθλιότητα του προλεταριάτου μόνο η ίδια η αθλιότητα, αλλά η επαναστατική πλευρά «που θα ανατρέψει την παλιά κοινωνία». Φυσικά, και τότε ήταν σίγουρα αναγκαία η τολμηρή θεώρηση από την μεγαλοφυΐα για να γίνει αντιληπτή η επικαιρότητα της προλεταριακής επανάστασης.» (Γκέοργκ Λούκατς «Η σκέψη του Λένιν» σελ 11-12) Όμως η λάθος θεώρηση στην Αριστερά πάντα έχει το ιδιαίτερο alter ego της, αυτό που θεωρεί πως σε μια κατάσταση ευημερίας δεν μπορούν να υπάρχουν επαναστατικές συνθήκες και εξεγερτικές καταστάσεις. Μάλιστα πολλές φορές οι δύο αυτές αντιλήψεις συναντώνται μαζί σε ένα σχήμα που μόνο η ψυχιατρική μπορεί να εξηγήσει, πάντως σε συνθήκες αφθονίας πάλι έχουν υπάρξει εξεγερτικές καταστάσεις και μάλιστα σε παγκόσμια εμβέλεια, αναφέρομαι στον Μάη του 1968 που τα καλύτερα δείγματά του μπορούμε να τα δούμε στον «δεκαετή Μάη» αυτόν της Ιταλίας, που έζησε τις πιο λαμπρές στιγμές και ταυτόχρονα τις πιο τρανταχτές αδυναμίες αυτού του εξεγερτικού κύματος. Στο σήμερα όμως γιατί σε αυτό θέλουμε να απαντήσουμε, δεν βρισκόμαστε ούτε στο 1917 ούτε στο 1968, αλλά στην δομική καπιταλιστική κρίση του σήμερα, που είναι κρίση εν αφθονία και όχι κρίση σπάνης. Το κεφάλαιο όμως όπως πάντα θέλει να την μετατρέψει σε κρίση σπάνης για την εργατική τάξη και την φύση ώστε να αναβαπτιστεί και να επανέλθει με καλύτερους όρους εκμετάλλευσης της τάξης και της φύσης. Το δεύτερο σχήμα το οποίο επιβάλλεται να καταρρίψουμε είναι αυτό που συναντάμε κυρίως στο χώρο της αναρχίας, αυτονομίας και αντεξουσίας, που ερμηνεύει τον Maslow αναποδογυρίζοντας την πυραμίδα με τα γνωστά σε όλους σχήματα που χρησιμοποιεί για την εξουσία και την απεμπόληση της «εξουσιαστικής» αντίθεσης στο σήμερα εκείνης του κεφαλαίου και της εργασίας. Μη βλέποντας το διαλεκτικό σύνολο μιλά ουσιαστικά μόνο για ανάγκες ανάπτυξης και μάλιστα στο πιο άγονο τοπίο, αυτό της αλλοτριωμένης (ειδικά μέσα στον καπιταλισμό) θέλησης. Η πράξη έρχεται απλά για να υπηρετήσει την θέληση και όχι για να την γεννήσει. Σχηματικά αντιλαμβάνεται την άλλη κοινωνία σαν κάτι υπαρκτό στο σήμερα που απλά παλεύει να εξαπλωθεί – κυριαρχήσει και όχι σαν κάτι το οποίο ενυπάρχει στο σήμερα και έχει ανάγκη να αναπτυχθεί και να μετασχηματιστεί συγκρουόμενο και αντικαθιστώντας στην πράξη το ήδη υπάρχων κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Ουσιαστικά αυτά τα δύο σχήματα συναντιούνται στην αυτονόμηση πότε της ποσοτικής αλλαγής και πότε της ποιοτικής αλλαγής. Είναι όμως και τα δύο αδιέξοδα γιατί αντιλαμβάνονται την ιστορία και την κοινωνία με κανόνες γραμμικής εξέλιξης και λογικές άσπρου μαύρο όταν το γκρι κυριαρχεί και μάλιστα σε πολλές αποχρώσεις.

Το κοινωνικά αναγκαίο αρχίζει σιγά-σιγά να σχηματίζει και να σκιαγραφείται. Χρειάζεται όμως μια αναφορά στο ζήτημα των ποσοτικών και ποιοτικών αλλαγών ώστε να δούμε και με πιο σαφή οπτική την συνθήκη της ελεύθερης θέλησης αλλά και γενικότερα τις παραμέτρους που θέτει η ίδια η παραγωγή στα θέλω και τις επιθυμίες που επιδρούν στο κοινωνικά αναγκαίο. «Θα ήθελα να τονίσω ότι η διαφορά μεταξύ ποιοτικής και ποσοτικής αλλαγής δεν είναι ίδια με τη διαφορά μεταξύ επανάστασης και μεταρρύθμισης. Ποσοτική αλλαγή σημαίνει και μπορεί να οδηγήσει στην επανάσταση, αλλά μόνο ο συνδυασμός, προτείνω, αυτών των δύο, είναι επανάσταση με την ουσιαστική έννοια του άλματος από την προϊστορία στην ιστορία του ανθρώπου. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι το σημείο όπου η ποσότητα μπορεί να γίνει ποιότητα, όπου η ποσοτική αλλαγή στις προϋποθέσεις και στους θεσμούς μπορεί να γίνει μια ποιοτική αλλαγή που να επηρεάσει ολόκληρη την ανθρώπινη ύπαρξη. Σήμερα οι δύο πιθανοί παράγοντες της επανάστασης που μόλις ανέφερα, είναι αποσυνδεδεμένοι. Ο πρώτος επικρατεί περισσότερο στις υπανάπτυκτες χώρες, όπου η ποσοτική αλλαγή – δηλαδή, η δημιουργία ανθρώπινων συνθηκών ζωής – είναι από μόνη της ποιοτική αλλαγή, αλλά όχι ακόμα ελευθερία. Ο δεύτερος πιθανός παράγοντας της επανάστασης, τα προαπαιτούμενα της επανάστασης, υφίσταται εν δυνάμει εκεί στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, αλλά περιορίζονται και διαστρέφονται από την καπιταλιστική οργάνωση της κοινωνίας. … …Είναι μια κοινωνία στην οποία, όπως σχολίασα, οι υλικές και οι πνευματικές ανάγκες του μεγάλου μέρους του πληθυσμού ικανοποιούνται σε μια κλίμακα μεγαλύτερη από ό,τι παλιότερα – αλλά ικανοποιούνται σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα συμφέροντα του μηχανισμού και των δυνάμεων που ελέγχουν τον μηχανισμό. Και είναι μια κοινωνία που αναπτύσσεται υπό τη συνθήκη μιας αυξανόμενης σπατάλης, σχεδιασμένης αχρήστευσης και καταστροφής, ενώ τα κατώτερα στρώματα του πληθυσμού συνεχίζουν να ζουν στην φτώχεια και τη μιζέρια. … …Μπορούμε να πούμε ότι η λογική της κοινωνίας βρίσκεται στον ίδιο της τον παραλογισμό, και ότι ο παραλογισμός της κοινωνίας είναι λογικός στο βαθμό στον οποίο είναι αποτελεσματικός, στον βαθμό στον οποίο φέρνει αγαθά.»(Διάλεξη του Χέρμπερτ Μαρκούζε στο Λονδίνο το 1967 με τίτλο «Απελευθέρωση από την κοινωνία της αφθονίας» (πηγή «’68 ντοκουμέντα μιας γενιάς που άλλαξε τον κόσμο» σελ 321-322)) Εδώ ο Μαρκούζε μας δίνει μια καλή εικόνα για την σχέση ποιοτικού και ποσοτικού τονίζοντας τις διαφοροποιήσεις που έχει ανάλογα με τις συνθήκες ενώ πρέπει να δούμε πως ο ίδιος ο μηχανισμός της παραγωγής και αυτός που τον ελέγχει (το κεφάλαιο δλδ) καθορίζει και το είδος και την έκταση της αφθονίας, εν τέλει το τι προς τα έξω είναι λογική ή παράλογη ανάγκη. Η κατανόηση έρχεται μέσα από την «κατάκτηση» του μηχανισμού ; Μάλλον από την κατάκτησή του ως βήμα για τον μετασχηματισμό ή την καταστροφή του και στις δύο περιπτώσεις επαληθεύεται η άποψη που λέει πως το κοινωνικά αναγκαίο είναι περισσότερο πράξη παρά θεωρία άρα η οικονομική, κοινωνική και εν τέλει πολιτική εδραίωσή του είναι καθαρά κινηματική διαδικασία. Και όσο αναπτύσσεται αυτή η διαδικασία τόσο το κοινωνικά αναγκαίο μπορεί να μετασχηματίζεται από τις δυνάμεις (υλικές και πνευματικές) που θα απελευθερώνει η ίδια η διαδικασία κατάκτησης και εδραίωσής του. Άρα το κοινωνικά αναγκαίο είναι δυναμικό και μάλιστα αναπτυσσόμενο διαλεκτικά με την ανάπτυξη τόσο της υλικής θέσης του κινήματος όσο και της συλλογικής του συνείδησης. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι και αλλιώς γιατί «Τα θέλω και οι επιθυμίες έχουν την καταγωγή τους στην κοινωνία συνεπώς τα υπολογίζουμε σε σχέση με την κοινωνία, δεν τα υπολογίζουμε σε σχέση με τα αντικείμενα που δίνουν την ικανοποίησή τους. Από την στιγμή που είναι κοινωνικής φύσης, αποτελούν μια σχετική φύση.» (Wage, LaborandCapital – KarlMarx (πηγή www.marxists.org)) και ακριβώς επειδή αντιλαμβανόμαστε τον κομμουνισμό σαν διαρκή κίνηση και όχι ως καθεστώς έτσι και το κοινωνικά αναγκαίο είναι υπό διαρκή ανάπτυξη και σχηματισμό ανάλογα με το κίνημα και την επαναστατική διαδικασία απελευθέρωσης της τάξης από τα δεσμά του κεφαλαίου.

Από την τιτανομαχία μεταξύ του νόμου της αξίας και του νόμου των αναγκών βγάζουμε τα εξής δύο συμπεράσματα για την επαναστατική πολιτική πρόταση :

· Παλεύουμε για τον μετασχηματισμό της εργατικής δύναμης στην κατεύθυνση απελευθέρωσής της απ’ τα δεσμά του κέρδους. Θέλουμε η εργατική δύναμη να μετασχηματίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες χειραφέτησης της ίδιας της εργατικής τάξης που η ίδια ελεύθερα αποφασίζει και διαμορφώνει.

· Παλεύουμε για την κατάργηση της εκμετάλλευσης (όχι μόνο της πώλησης) της εργατικής δύναμης ως μέσο επιβίωσης της εργατικής τάξης. Διεκδικούμε μέσα από αυτή την πάλη την απόκτηση και τον έλεγχο όλου του κοινωνικά αναγκαίου πλούτου μαζί με την καταστροφή-μετασχηματισμό του καταστροφικού για τον άνθρωπο και την φύση πλούτου.



Ο λόγος που η εργατική δύναμη βρίσκεται στο κέντρο της πρότασής μας δεν είναι άλλος από τον ίδιο της τον ορισμό : «Όταν λέμε εργατική δύναμη ή ικανότητα για εργασία εννοούμε το σύνολο των φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων που υπάρχουν στο σώμα, στη ζωντανή προσωπικότητα ενός ανθρώπου και που τις βάζει σε κίνηση κάθε φορά που παράγει οποιουδήποτε είδους αξίες χρήσης»(Καρλ Μαρξ «Το Κεφάλαιο» Τόμος 1ος σελ 180) 

Για αυτό για μας αποκτά νόημα ο ορισμός του κοινωνικά αναγκαίου στο σήμερα, ως κάτι το οποίο θέλουμε να κατακτήσουμε ως ανάγκη του σήμερα σαν μια κίνηση κατάργησης του ίδιου καπιταλισμού και ταυτόχρονη πρόκληση στην συνολική του εξουσία. Γιατί για μας μέτρο είναι η απελευθέρωσή μας και όχι η επιβίωσή μας, για να κερδίσουμε ακόμα και την επιβίωση μας πρέπει να προτάξουμε, παλέψουμε και κατακτήσουμε κάθε κομμάτι της επαναστατικής διαδικασίας να είναι μια υλική και κοινωνική κατάκτηση της τάξης.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.