Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Επαναπροσεγγίζοντας την επαναστατική πολιτική


του Ανώνυμου Προβοκάτορα


Σε μια προσπάθεια κουβέντας και συζήτηση πάνω στο τι χρειάζεται μια επαναστατική πολιτική σήμερα θα ανέβουν κάποια κείμενα με κρτικές και προτάσεις σε καίρια ζητήματα της επαναστατικής πολιτικής. Το γιατί αυτό και γιατί τώρα ακολουθεί παρακάτω

Το μεγαλύτερο πρόβλημα της επαναστατικής πολιτικής ίσως είναι πως οι δυνάμεις του κινήματος την θεωρούν αυτονόητη, μοναδική και δοκιμασμένη που απλά άλλες φορές την προσεγγίζουν και άλλες φορές απομακρύνονται από αυτήν. Απαρνούνται συστηματικά και αποφεύγουν όπως ο διάολος το λιβάνι να μπουν στα «ενδότερά» της, στην ουσία της, να την «διαλύσουν» στα πυρηνικά στοιχεία της και να την «επανασυναρμολογήσουν» στις ανάγκες και δυνατότητες του σήμερα. Σε αυτό το σημείο εγείρονται τα μεγαλύτερα ερωτήματα που είτε τα βάζουμε κάτω από το χαλάκι είτε τα εναποθέτουμε στον γνωστό πλέον επέκεινα. Προσωπικά το ερώτημα της εποχής είναι : «Μπορεί σήμερα και όχι αύριο η εργατική τάξη να επιβιώσει και να ζήσει αξιοπρεπώς χωρίς το κράτος και το κεφάλαιο ;». Θεωρώ με περισσό θράσος  πως η απάντηση είναι ναι. Πριν όμως προχωρήσω την σκέψη μου θέλω να ξεμπερδέψω με τις κλασσικές αντιλήψεις γύρω από την «διαπαιδαγώγηση» της τάξης. Πολύ χονδροειδώς τα σχήματα που υπάρχουν σήμερα ενοποιούνται στο ότι η τάξη πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί με τον αγώνα στην κατάκτηση μικρών αιτημάτων ή αποκλειστικά οικονομικών αιτημάτων ώστε να ωριμάσει για την κατάκτηση των πολιτικών αιτημάτων αλλά και την ίδια την αμφισβήτηση της αστικής εξουσίας. Αυτό συνεχίζει με την υπόθεση πως έτσι θα είναι η τάξη έτοιμη όταν «η εξουσία θα χορεύει γυμνή στου δρόμους» με το σάλπισμα της πρωτοπορίας για επανάσταση να πραγματοποιήσει την έφοδο στον ουρανό. 

Η θεώρηση αυτή στηρίζεται σε μια πρώτη ειλικρινή ανάγνωση που απαντά στην πραγματικότητα και σε μια δεύτερη που την αμφισβητεί και θέτει εκ των προτέρων τα όρια της πρώτης. Η πρώτη θεώρηση αφορά την «ανάδειξη» της τάξης σε έναν καλύτερο συσχετισμό δύναμης έναντι της αστικής, αυτό γίνεται μέσω της καλυτέρευσης της «υλικής» της πραγματικότητας, με την κατάκτηση αιτημάτων και στόχων, όμως και αυτό είναι μερικό. Μερικό γιατί ο ταξικός συσχετισμός δεν είναι ποσοτικό μονάχα στοιχείο (δλδ ζήτημα εν τέλει κατά πόσο αυξάνεται ή μειώνεται η απόσταση που χωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς, πως αναδιανέμεται ο κοινωνικός πλούτος κάθε φορά.) αλλά και ποιοτικό στοιχείο. Το ποιοτικό στοιχείο έχει να κάνει με την κριτική πάνω στον παραγόμενο πλούτο και το ζήτημα της ίδιας της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα  γιατί αλλιώς αυτονομώντας αντιδιαλεκτικά την ποσότητα από την ποιότητα πρέπει να δούμε πως τελικά θα μπορούμε να κατακτούμε μόνο αυτό που η δοσμένη ποιότητα (δλδ οι δυνατότητες της επιβίωσης και ανάπτυξης του καπιταλισμού) μπορεί να μας δώσει. Ακριβώς σε αυτό το δεύτερο ανάγεται και η δεύτερη θεώρηση που καταρρίπτει το όλο σχήμα, στο δηλαδή πως κάθε φορά που υπάρχει μαζικός πολιτικός εκβιασμός και παραχωρείται ένα οικονομικό αίτημα χωρίς αυτό να δημιουργεί και άλλους συσχετισμούς πχ. στο ζήτημα της εξουσίας, το κράτος μετατρέπεται σε αυτό το όποιο εξύμνησαν οι μικροαστοί, στον εγγυητή της κοινωνικής συνοχής. Δηλαδή σε έναν αγώνα που «μάχονται» τα συμφέροντα της αστικής τάξης και της εργατικής τάξης, η παραχώρηση του κράτους μοιάζει με μια προσπάθεια επαναφοράς της κοινωνικής ειρήνης, της κοινωνικής συνοχής μεταξύ δύο τάξεων που αντιμάχονται με αντίστοιχα αποτελέσματα στο επίπεδο της συνείδησης. 


Συγκεκριμένα αποτυπώνεται το κράτος σαν ένας μηχανισμός κοινωνικής συνοχής και όχι σαν όργανο ταξικής κυριαρχίας που είναι και δεύτερον πως κάθε αίτημα και στόχος θα κερδίζεται εν τέλει μόνο όταν παραχωρείται από το κράτος, με σκληρά λόγια δηλαδή ότι οι κατακτήσεις της τάξης θα είναι μόνο εκείνες που θα επιτρέπει το όργανο κυριαρχίας των αστών. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να υπάρξουν μικρο- παραχωρήσεις από το κράτος, αλλά πως σε κάθε καμπή και φάση του αγώνα πρέπει να αναδεικνύεται και να αμφισβητείται έμπρακτα ο ρόλος του κράτους και τα όρια που θέτει το ίδιο στους αγώνες. Γιατί το επιχείρημα που λέει : «Πρέπει να διαπαιδαγωγήσουμε την τάξη στις μικρές νίκες ώστε να μπορεί να πιστέψει πως είναι ικανή να κατακτήσεις τις μεγάλες» δεν μπορεί να απαντήσει το εξής ερώτημα : «Αν δεν μπορεί η τάξη να κατακτήσει την μικρή νίκη χωρίς το κράτος και το κεφάλαιο πως θα πειστεί πως μπορεί να κάνει την έφοδο στον ουρανό χωρίς την «βοήθειά» τους ;». Γιατί το τελευταίο είναι και αυτό απαραίτητος όρος για την συγκρότηση της τάξης σε τάξη για τον εαυτό της, απαραίτητο βήμα για την μετατροπή του «εν δυνάμει» επαναστατικού της τάξης σε «είναι», αποτελεί και η ίδια η κατανόηση της επαναστατικής δυνατότητας, η ίδια η πίστη πως μπορεί η τάξη να «σηκωθεί» στα πόδια της πριν ακόμα «περπατήσει». Αυτή η πίστη όμως δεν μπορεί να βασίζεται σε συναισθηματικούς όρους αλλά να είναι η ίδια η συσσωρευμένη εμπειρία της ταξικής πάλης, οι ίδιες οι υλικές αποκρυσταλλώσεις στα μάτια των αγωνιστών και της κοινωνίας, οι ίδιοι οι ζωντανοί εφιάλτες των αστών. Άρα πρώτο κρατούμενο είναι πως η κάθε νίκη και ο κάθε αγώνας πρέπει να έχει πυρηνικό στοιχείο του «εικόνες» και λογικές  συνολικής ανατροπής, αμφισβήτησης των ιερών και των οσίων του καπιταλισμού, αμφισβήτηση των χαρακτηριστικών του που αποτελούν πυρήνα του. Σε αυτό μόνο ενισχυτικό είναι το απόσπασμα από το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος των Μαρξ και Ένγκελς : « Με δύο λόγια, οι κομμουνιστές υποστηρίζουν παντού κάθε επαναστατικό κίνημα που στρέφεται ενάντια στην υπάρχουσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση. Σε όλα αυτά τα κινήματα προβάλλουν ως βασικό το ζήτημα της ιδιοκτησίας, ανεξάρτητα από τη λιγότερο ή περισσότερο εξελιγμένη μορφή της…. …. Οι κομμουνιστές δεν καταδέχονται να κρύβουν τις ιδέες και τους σκοπούς τους. Διακηρύσσουν φανερά ότι οι στόχοι τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο με την βίαια ανατροπή κάθε κατεστημένης κοινωνικής οργάνωσης.» . Με απλά λόγια η επανάσταση επαναφέρεται ως κριτήριο παραγωγής πολιτικής για το ίδιο το κίνημα, από αυτό το πλατύσκαλο πρέπει να πατήσουμε για να δούμε την επαναστατική πολιτική, να καταλάβουμε την καθημερινότητά της ώστε να γίνει η πολιτική καθημερινή επανάσταση.

         Η ανάγκη ενός άλλου αγώνα της τάξης διαφαίνεται πιο καθαρά από τους ίδιους τους οικονομικούς νόμους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής : «Πάνω στην βάση του σημερινού συστήματος , η εργασία είναι απλώς εμπόρευμα όπως και τα άλλα εμπορεύματα. Πρέπει λοιπόν να δοκιμάσει τις ίδιες διακυμάνσεις για να πετύχει μια μέση τιμή που ν’ αντιστοιχεί στην αξία της. Θα ήταν παράλογο από την μια να την μεταχειρίζεται κανείς σαν εμπόρευμα και, από την άλλη, να θέλει να την εξαιρέσει από τους νόμους που ρυθμίζουν τις τιμές των εμπορευμάτων. … …Αν δεχόταν να υποταχθεί στην θέληση, στις προσταγές του κεφαλαιοκράτη σαν σ’ ένα μόνιμο οικονομικό νόμο, θα συμμεριζόταν την ίδια άθλια μοίρα του σκλάβου, χωρίς την εξασφαλισμένη ύπαρξη του σκλάβου.» (Καρλ Μαρξ «Μισθός Τιμή και Κέρδος» σελ 68) . Άρα πχ η οποιαδήποτε διεκδίκηση που έχει στον πυρήνα της την πώληση της εργασίας στην πραγματική της αξία δεν αποτελεί τέτοια απειλή στο σύστημα που αμφισβητεί τα ιερά και όσιά του, αλλά μια προσπάθεια συγκράτησης ή επανάκτησης της υλικής ή κοινωνικής θέσης των εργαζομένων πάντα όμως μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Οδηγούμαστε αναπόφευκτα σε μια σύγκρουση τιτάνων, μια σύγκρουση όμως τόσο αναγκαία για την ίδια την επαναστατική πολιτική, την σύγκρουση του νόμου της αξίας με τον νόμο των αναγκών. Με πιο απλά λόγια θα αρκεστούμε σε αυτά που μπορούμε να κερδίσουμε σύμφωνα με τα δεδομένα της πολιτικής οικονομίας ; Δηλαδή να παλέψουμε για την κατάργηση της υπεραξίας και δια μέσου αυτής την ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, διεκδικώντας ουσιαστικά μια τέτοια παραγωγή που ο εργαζόμενος θα λαμβάνει ως επιστροφή της ελεύθερης διάθεσης της εργατικής του δύναμης τα εμπορεύματα που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή αυτής του της εργατικής δύναμης, χωρίς βέβαια η εργασία του να παράγει πρόσθετες αξίες από την αξία που έχουν τα προαναφερθέντα εμπορεύματα. Μια παραγωγή που η κοινωνική εργασία θα είναι έκφραση του καταμερισμού εργασίας που θα έχουν αποφασίσει οι ελεύθεροι συνεταιριζόμενοι παραγωγοί. Ή από την άλλη θα αρκεστούμε στο βασίλειο των αναγκών μας ; Δηλαδή σε μια παραγωγή βασισμένη στο κοινωνικά αναγκαίο, με άμεση κριτική στις παραγόμενες αξίες, με κυρίαρχο κέντρο ανάπτυξης και κριτικής της την αξία χρήσης ή αντίστροφα θα βάζει την λογική της εργασίας ως έκφραση της ίδιας της δημιουργικότητας των εργαζομένων βλέποντας την αξία χρήσης των προϊόντων ή εμπορευμάτων όχι ως μέσα συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης αλλά ως απελευθερωτικά μέσα για την ολοκλήρωση του ίδιου του ανθρώπου και του συνόλου των κοινωνικών του σχέσεων. Η απάντηση σίγουρα δεν είναι μονολεκτική, ίσως ακούγεται οξύμωρο αλλά είναι και τα δύο και ταυτόχρονα και κανένα από αυτά, γιατί και τα δύο εκφράζουν ανολοκλήρωτα σκέψεις, επικοινωνούν και συγκρούονται. Αυτό γιατί στον καπιταλισμό ενυπάρχουν ταυτόχρονα και οι τάσεις κατάργησής του μαζί με τις τάσεις εδραίωσης και ανάπτυξής του. Αυτό οδηγεί πολλές φορές το κίνημα είτε να μένει στις τάσεις κατάργησης και να αγνοεί την ίδια την καπιταλιστική πραγματικότητα κάνοντας την επαναστατική πολιτική μια ασύνδετη με την καθημερινότητα ρητορεία είτε να μένει στην καπιταλιστική πραγματικότητα αγνοώντας τις τάσεις κατάργησής της με αποτέλεσμα να ρέπει πότε στις μισές αντιστάσεις και πότε στην μεταρρυθμιστική πολιτική.

Πηγή: http://anonymosprovokatoras.tumblr.com

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.