Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΑΣ

του Κ. Αποστολόπουλου

Ένταση στη Χαλυβουργία μεταξύ  ΜΑΤ και των απεργών


Η ηρωική απεργία των εργατών της Χαλυβουργίας Ελλάδος, έλαβε τέλος.

Μετά από 9 μήνες στην πρώτη γραμμή των αγώνων της εργατικής τάξης, η μεγάλη μάχη του Ασπροπύργου τερματίζεται, ύστερα από απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των εργαζομένων στις 28/7. Ψηφίστηκε με 107 ψήφους υπέρ και 14 κατά, η πρόταση του Δ.Σ. του Σωματείου για αναστολή της απεργίας (29 εργάτες δεν ψήφισαν). Μόλις μία εβδομάδα πριν, στις 21/7, η Γ.Σ. είχε υπερψηφίσει την πρόταση για συνέχιση της απεργίας με συντριπτική πλειοψηφία (164 υπέρ, 5 κατά). Ήταν μια απόφαση την επαύριο της βίαιης επίθεσης των ΜΑΤ και της «ανακατάληψης» του εργοστασίου για λογαριασμό της εργοδοσίας, εν μέσω ξύλου και χημικών.

Ο πρόεδρος του Σωματείου, Γιώργος Σιφωνιός (ΚΚΕ-ΠΑΜΕ), εισηγούμενος την πρόταση για λήξη της απεργίας στη Γ.Σ., μεταξύ άλλων αναφέρει: «Κανένας μεγάλος αγώνας δεν έγινε ούτε θα γίνει, έχοντας εκ των προτέρων εξασφαλισμένους τους όρους για τη νίκη, έχοντας προβλέψει αλάθητα όλες τις πιθανότητες. Στη ζωή τέτοιοι αγώνες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν μόνο στα μυαλά των γραφειοκρατών, των βολεμένων, των φοβισμένων, και των συμβιβασμένων. Κανένας πραγματικός αγώνας δεν γίνεται χωρίς θυσίες, ακόμα και νεκρούς. Η ιστορία του εργατικού κινήματος το επιβεβαιώνει. Κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος, γιατί όλοι μας βοηθάνε να διδασκόμαστε, να γίνουμε καλύτεροι. (…) Είναι μια μάχη στον πόλεμο που κάνουν οι εργάτες μέχρι να καταργήσουν την εκμετάλλευση, να ανατρέψουν τους εκμεταλλευτές τους, να πάρουνε την εξουσία και να οικοδομήσουνε την δική τους κοινωνία.»

Τα παραπάνω μπορούμε να τα προσυπογράψουμε στο ακέραιο, όπως και άλλα αντίστοιχου πνεύματος που εμπεριέχονται στον ίδιο απολογισμό. Ωστόσο, αυτές οι σωστές γενικές παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να ειπωθούν μετά από κάθε αγώνα σε όλη την ιστορία της ταξικής πάλης, δεν απαντάνε στα πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα που βάζει η όλη πορεία και έκβαση της απεργίας στη συγκυρία. Δεν αναδεικνύει τα όποια στρατηγικά και τακτικά λάθη ή σωστά έγιναν. Δεν βοηθάνε στο να βγάλουμε τα απαραίτητα μαθήματα - για να «διδαχτούμε» όπως σωστά λέει- και τα ορθά συμπεράσματα για να οργανώσουμε τις δυνάμεις μας με τέτοιο τρόπο ώστε στις επόμενες μάχες να είμαστε εμείς οι νικητές. Διότι πέρα από το τι ειπώθηκε στην πρόταση του Δ.Σ., θα πρέπει να εξεταστούν με ειλικρίνεια οι όροι κάτω από τους οποίους επήλθε η λήξη της απεργίας. Για να είμαστε καθαροί και να μην εξωραΐζουμε τα πράγματα: μια νίκη είναι μια νίκη και μια ήττα είναι μια ήττα, με τις αντίστοιχες επιπτώσεις για την εργατική τάξη η κάθε μια. Και αυτό που χρειάζεται πριν απ’ όλα η εργατική τάξη είναι η αλήθεια, εκτεθειμένη στην ολότητα της μπροστά στα μάτια της για να μπορέσει να κρίνει η ίδια, να αναδιαμορφώσει την πράξη της και να οδηγηθεί στη νίκη. 

Δύσκολα θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως οι Χαλυβουργοί φεύγουν νικητές από τον συγκεκριμένο αγώνα. Το Δ.Σ., που ελέγχεται από το ΠΑΜΕ, απέσυρε την στήριξη του στην απεργία, μετά από την τελευταία επικοινωνία με το Υπουργείο Εργασίας, που γι’ άλλη μια φορά επαναλήφθηκε η άτεγκτη θέση του Μάνεση για επιστροφή των εργατών στη δουλειά, χωρίς επαναπρόσληψη απολυμένων και χωρίς καμιά άλλη υποχώρηση στις απαιτήσεις του. Ό,τι δηλαδή επαναλάμβανε όλους τους προηγούμενους μήνες και οι Χαλυβουργοί απαντούσαν με συνέχιση της απεργίας. 

Αυτή τη φορά όμως, η ηγεσία του Σωματείου, κάτω από τις τεράστιες πιέσεις του τελευταίου διαστήματος που κορυφώθηκαν με την καταστολή των ΜΑΤ, ουσιαστικά συμφώνησε για την επιστροφή των εργατών στη δουλειά μεταφέροντας τη πρόταση στο σώμα της Συνέλευσης για ψήφιση. Δεν κατάφερε να αποσπάσει απολύτως καμιά άλλη δέσμευση από την εργοδοσία, ούτε καν για την μειωμένη πρόταση των 40 αντί 120 επαναπροσλήψεων, έχοντας μόνο την απαίτηση να αποχωρήσουν τα ΜΑΤ από την πύλη.

Αυτή η απαίτηση δεν έχει ουσιαστικό νόημα. Ο λόγος που βρέθηκαν στην πύλη του εργοστασίου τα ΜΑΤ στοιχίζοντας τις κλούβες τους κατά μήκος της Εθνικής Οδού, ήταν να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη είσοδο όσων εργατών επιθυμούσαν να δουλέψουν, και όχι για να τους εμποδίσουν να μπουν αν αποφασίσουν τελικά να εργαστούν. Δεν είχαν κανένα λόγο λοιπόν να μην αποχωρήσουν -έστω και με κάποιες μικροεντάσεις για το αν οι εργάτες θα μπουν κατά μόνας ή όλοι μαζί- όταν το πρωινό της 30/7 οι εργάτες της Χαλυβουργίας, μπήκαν αυτόβουλα για δουλειά. Όταν λοιπόν διατυπώνεται μια απαίτηση προς την εργοδοσία που εκ των προτέρων είναι δεδομένο πως, αργά ή γρήγορα, θα ικανοποιηθεί γιατί δεν αντιτίθεται στα συμφέροντα της, έχει μάλλον την λογική να εμφανίσει εκ των υστέρων έστω μια μερική νίκη την στιγμή που τα βασικά διακυβεύματα των εννέα μηνών απεργίας κρίθηκαν ανεξαιρέτως υπέρ της εργοδοσίας. Τα ΜΑΤ αποχώρησαν από την πύλη αλλά οι απολυμένοι παρέμειναν απολυμένοι. Σε αυτό δεν υπάρχει τίποτα θετικό.

Η απεργία των εργατών της Χαλυβουργίας Ελλάδας, έγινε από νωρίς υπόθεση όλης της εργατικής τάξης. Στον αγώνα των ηρωικών απεργών συμπυκνώθηκαν τα συμφέροντα όλων των προλεταρίων. Οι θετικές ή αρνητικές επιδράσεις στο ηθικό των εργατών, από την πορεία και την όποια πιθανή τελική έκβαση της απεργίας, επομένως, ήταν σχεδόν δεδομένο εξ αρχής πως θα ξεπεράσουν τα όρια του εργοστασίου, και θα γίνουν ένα πολιτικό γεγονός στους κόλπους των εργατών, βαραίνοντας από την μια ή την άλλη πλευρά πάνω στους αγώνες της επόμενης περιόδου.

Ωστόσο, το πλέον εύκολο σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι ν’ αρχίσουν να επιρρίπτονται ευθύνες και κατηγορίες δεξιά κι αριστερά, να στήνονται στον τοίχο άκριτα αγωνιστές, και να μπαίνουν οι πάντες και τα πάντα στο ίδιο τσουβάλι της κριτικής. Έχει χορτάσει το κίνημα τέτοιες εμπειρίες που τρώγεται με τις σάρκες του και δεν του χρειάζονται άλλες. Εν τέλει, το σώμα της Γ.Σ. ήταν αυτό που δημοκρατικά πήρε την οριστική απόφαση, όπως δημοκρατικά υπερψήφιζε την απεργία εδώ και τόσο καιρό. Ακόμα περισσότερο εδώ, κανείς δεν μπορεί να επικρίνει τους εργάτες για την απόφαση τους, που είναι προϊόν αδιεξόδων του ίδιου του αγώνα. Επί εννέα μήνες, σήκωσαν στην πλάτη τους το βάρος μιας ολόκληρης τάξης που βρισκόταν σε διαρκή αναζήτηση ενός τρόπου να αντιδράσει στην καταστροφή της ζωής της, έγιναν το καμάρι κάθε αγωνιζόμενου ανθρώπου, που στον δικό τους αγώνα είδαν ένα φάρο ελπίδας κι ένα πρότυπο για τις δικές του μάχες. Όλα αυτά, με ανυπολόγιστες συνέπειες σε οικονομικό, προσωπικό κι οικογενειακό επίπεδο. Η αυταπάρνηση και το αίσθημα της αυτοθυσίας, όλων ανεξαιρέτως των απεργών, υπήρξαν συγκινητικά σε όλο το διάστημα αυτής της μεγαλειώδους μάχης. Η κούραση και η συναίσθηση του αδιεξόδου είναι πλήρως κατανοητά, γιατί τα παραπάνω υπήρξαν αντικειμενικά. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι γιατί φτάσαμε ως εδώ, αν και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, για να μιλάμε τώρα από μια άλλη σκοπιά.

Στη Χαλυβουργία εφαρμόστηκε επί εννέα μήνες, με ένα ενδεχόμενα ιδιαίτερο τρόπο -λόγω της μη δυνατότητας πλήρους αποφυγής εμπλοκής κι άλλων πολιτικών δυνάμεων- η γνωστή διασπαστική τακτική του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ. Ενώ βρέθηκε να παίζει εξ αρχής κεντρικό ρόλο στην απεργία, εξαιτίας της δύναμης του μέσα στο Δ.Σ. του Σωματείου, κι ενώ είναι γεγονός ότι βοήθησε τα μέγιστα στην υλική στήριξη του αγώνα, ωστόσο ταυτόχρονα υπέσκαψε την δυναμική του, οδηγώντας τον σε ανυπέρβλητα αδιέξοδα.

Πρώτα και κύρια προσπάθησε επανειλημμένα να «μαντρώσει» τους Χαλυβουργούς σε ένα πλαίσιο ασφυκτικού ελέγχου. Ενδεικτικά, στις πορείες αλληλεγγύης, από τις αρχικές ως τις πιο πρόσφατες, που μετατρέπονταν με στρατιές καχύποπτων κνιτών σε ρόλο πορτιέρηδων, σε εκδηλώσεις του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ με παραταξιακό χαρακτήρα, το πανό των Χαλυβουργών έμπαινε δικαίως πάντα μπροστά με τον κόσμο του ΚΚΕ ν’ ακολουθεί κάνοντας… αλυσίδες περιφρούρησης όχι στην αστυνομία αλλά στις υπόλοιπες αλληλέγγυες δυνάμεις. Τήρησε εξ αρχής εχθρική στάση ενάντια σε κάθε προσπάθεια προσέγγισης των Χαλυβουργών με τμήματα της εργατικής τάξης και της Αριστεράς που δεν είναι κάτω από τον έλεγχο του. Προσπάθησε επισταμένως να καλλιεργήσει απροκάλυπτα με όλα του τα μέσα και με όλα του τα στελέχη, την εντύπωση πως «μόνο το ΠΑΜΕ μας στηρίζει, όλοι οι υπόλοιποι είναι εχθροί μας», κάτι για το οποίο ποτέ δεν κατάφερε να πείσει εξολοκλήρου τον βασικό όγκο των απεργών, που εξ αρχής ήταν θετικοί στην αλληλεγγύη του κινήματος. Υπενθυμίζεται εδώ, πως σε εκδήλωση υπέρ των απεργών στη Λειβαδιά, ο υπεύθυνος του ΠΑΜΕ αρνήθηκε να δώσει τον λόγο στο μέλος του ΕΕΚ και του Δ.Σ. του Ε.Κ.Λ., Σ. Παπαδημητρίου, για να εκφωνήσει ομιλία συμπαράστασης, κι όταν αυτός προσπάθησε να μιλήσει εκτός μικροφώνου στους παριστάμενους οι σταλινικοί παρατρεχάμενοι φώναζαν συνθήματα πάνω από την φωνή του επιχειρώντας με αυτό τον τρόπο να τον φιμώσουν. Είναι το ΚΚΕ αρμόδιο να κρίνει ποιος μπορεί και ποιος δεν μπορεί να μιλήσει σε μια εκδήλωση που δεν γίνεται για το ίδιο, αλλά για μια εργατική απεργία; Έχει κάποιο μέτρο για να μετράει και να αποκλείει την αλληλεγγύη άλλων αριστερών δυνάμεων και να αποφασίζει κατά πως νομίζει; Το λενινιστικό «προχωράμε χώρια, χτυπάμε μαζί», κάτω από το βάρος της σταλινικής διαστρέβλωσης μετατρέπεται σε «προχωράμε χώρια, χτυπιόμαστε μεταξύ μας».

Δεν θέλησε ποτέ, το Κόμμα του Περισσού, χαμένο μέσα στη σταλινική παράδοση διάσπασης των αγώνων της εργατικής τάξης, να «εκμεταλλευτεί» το ειδικό βάρος που απέκτησε η απεργία της Χαλυβουργίας και την τεράστια συσπείρωση κοινωνικών δυνάμεων γύρω της θέτοντας την στο επίκεντρο, για να προωθήσει προσπάθειες συγκρότησης ενός Ταξικού Μετώπου που να παλεύει απαντώντας σε όλα τα κοινωνικά ζητήματα, με στρατηγική την κατάληψη της εξουσίας χτυπώντας απευθείας την αστική τάξη, και δημιουργώντας έτσι τους όρους όχι μόνο για τη νίκη των Χαλυβουργών, αλλά και για την νίκη όλης της εργατικής τάξης. Όπως συνηθίζει άλλωστε, προτίμησε να κάνει μέτωπο με τον εαυτό του. Η σταλινική λογική της απομόνωσης «θριάμβευσε» γι’ άλλη μια φορά και σε ένα μεγάλο βαθμό ευθύνεται για την εξέλιξη.

Το ΕΕΚ τόνιζε από καιρό, στεκόμενο εξ αρχής στο πλευρό των απεργών, πως το «όλη η Ελλάδα μια Χαλυβουργία», δεν έπρεπε να μείνει στο επίπεδο ενός συνθήματος ή μια γενικόλογης διακήρυξης, αλλά έπρεπε να γίνει το κεντρικό περιεχόμενο της πάλης των Χαλυβουργών. Το τεράστιο δίκτυο αλληλεγγύης που πρόσφερε τα μέγιστα στο επίπεδο της κάλυψης των βασικών αναγκών των απεργών, ήταν απαραίτητο, αλλά ταυτόχρονα δεν αρκούσε για να δημιουργήσει τους όρους της νίκης. Ενώ το ΚΚΕ διακήρυσσε πως η απεργία δεν είναι απλά ένα οικονομικό αλλά ένα πολιτικό γεγονός, αυτό δεν εκφράστηκε σε ένα επίπεδο αιτημάτων και πάνω σε αυτή τη βάση ευρύτερων ταξικών συμμαχιών. Εκφράστηκε σε ένα επίπεδο ενδοκοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση, για την ψηφοθηρική προβολή του ΚΚΕ. Έτσι, και μόνο έτσι, εννοεί την πολιτική διάσταση ενός αγώνα το ΚΚΕ, εντός του κοινοβουλίου και των νόμιμων δημοκρατικών θεσμών και διαδικασιών. Στο επίπεδο του δρόμου, των απεργιών, και γενικά της πρακτικής πάλης, η πολιτική απουσίασε αισθητά. Την στιγμή που το ΚΚΕ κατήγγειλε σε όλους τους τόνους την κυβέρνηση του «Μαύρου Μετώπου ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ» αλλά και την μετέπειτα συγκυβέρνηση, δεν έβαλε ποτέ ως στόχο πάλης την ανατροπή της, παλεύοντας γι’ αυτήν είτε μέσα στη Χαλυβουργία, είτε οπουδήποτε αλλού. Αυτή θα ερχόταν –αν ερχόταν- διά των προκαθορισμένων εκλογικών διαδικασιών, στις οποίες ο λαός «όφειλε» να ενισχύσει το σταλινικό Κόμμα. Η αδυναμία ανάδειξης ευρύτερων πολιτικών αιτημάτων και στοιχείων πάλης, αφαίρεσε την δυνατότητα της ανάπτυξης ευρύτερων συμμαχιών όχι απλά στο επίπεδο της αλληλεγγύης αλλά στο επίπεδο της κοινής μετωπικής δράσης, που είναι και το ζητούμενο της εποχής. Ενώ έδειχνε στα λόγια να συνειδητοποιεί πως πίσω από τον Μάνεση συστρατεύονταν όλη η αστική τάξη, η κυβέρνηση, τα ΜΜΕ, το κράτος, ακριβώς επειδή η μαχητική αντίσταση των Χαλυβουργών στην ασύδοτη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και στις απολύσεις έθιγε τον πυρήνα της πολιτικής του κεφαλαίου για την χρεοκοπημένη Ελλάδα, που πρέπει να περάσει πάνω από τα πτώματα μιας κατεστραμμένης εργατικής τάξης χωρίς δικαιώματα, ωστόσο η κοινή δράση και ενότητα των εργατών στην πράξη παρέμειναν άγνωστες λέξεις για το ΚΚΕ. Περιορίστηκε να μεταφέρει δεξιά κι αριστερά εκπρόσωπους των Χαλυβουργών σε περιοδείες σε εργασιακούς χώρους, κάνοντας γενικόλογα καλέσματα για στήριξη της απεργίας, χωρίς ποτέ να πάρει την πρωτοβουλία να προτείνει ένα πρόγραμμα κοινής δράσης, συνένωσης και συντονισμού των σκόρπιων αγώνων. Όταν τελικά, το κράτος έλαβε τα μέτρα του, με δικαστική απαγόρευση της απεργίας και επέμβαση των ΜΑΤ, είναι επόμενο πως βρήκε ένα κίνημα αλληλεγγύης που είχε ήδη φυλλορροήσει, εργάτες κουρασμένους, και με το ΚΚΕ εν μέσω μετεκλογικής απογοήτευσης κι αποστράτευσης να έχει ουσιαστικά αποσυρθεί από την περιφρούρηση.

Οι μορφές της πάλης, με πρωτοβουλία του ΚΚΕ/ΠΑΜΕ, περιορίστηκαν σε μονοήμερες απεργίες κλεισμένες σε τοπικά όρια, όπως η Παναττική απεργία αλληλεγγύης στους Χαλυβουργούς στις 17 Γενάρη. Αν ακόμα και οι 48ωρες Γενικές Απεργίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ αποδεικνύονται λίγες για τις ανάγκες των εποχών, πως θα ήταν δυνατόν μια ημέρα απεργίας σε Αττική ή Ελευσίνα να συμβάλλει αποτελεσματικά στη κλιμάκωση του αγώνα των Χαλυβουργών; Για το ΚΚΕ δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες, ούτε κι ο λαός, για να θέσει το σύνθημα για Γενική Πολιτική Απεργία Διαρκείας και να το ζυμώσει με το ειδικό βάρος που έχει ιστορικά μέσα στην ελληνική εργατική τάξη. Περίμενε (αν αποσκοπούσε κάπου συγκεκριμένα τελικά), η απεργία των Χαλυβουργών να νικήσει απλά και μόνο σπάζοντας όλα τα χρονικά ρεκόρ, με την υπόλοιπη εργατική τάξη απλά να παρατηρεί τους μήνες να περνούν, χωρίς να συμμετέχει η ίδια δραστικά με δικούς της αγώνες.

Σημείο καμπής στην όλη πορεία της απεργίας υπήρξε η καλοδεχούμενη επίσκεψη κλιμακίου της Χρυσής Αυγής στο εργοστάσιο, μεταφέροντας… νερά και γκοφρέτες από το LIDL, ως δήθεν ένδειξη αλληλεγγύης. Η ηγεσία του Σωματείου και προσωπικά ο Γ. Σιφωνιός, αφού δέχτηκαν την βοήθεια έδωσαν το μικρόφωνο στον Κασιδιάρη για να ξεράσει την φασιστική προπαγάνδα του. Δεν πτόησε κανέναν το γεγονός ότι λίγο καιρό πριν, η Χ.Α. ανακοίνωνε την στήριξη της στο Μάνεση. Έτσι, αρκετά πριν την εκλογική εκτόξευση των Νεοναζί, είχε φροντίσει το ΠΑΜΕ να προωθήσει τη δημοτικότητα της Χ.Α. αναδεικνύοντας την σε πολιτικό παράγοντα και φέρνοντας την σε επαφή με τους εργάτες, στο επίκεντρο της ταξικής πάλης στη χώρα. Μετά από τα «Κόκκινα δημοψηφίσματα» του Γερμανικού Μεσοπολέμου, οι μακάβριες εικόνες επανήλθαν, κάνοντας τον γύρο του ίντερνετ σε χρόνο dt. Οι απαντήσεις του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ στην κριτική, έκαναν μια αναφορά στην «προβοκάτσια της Χ.Α.» για να περάσουν στην επίθεση ενάντια στις δυνάμεις του κινήματος. Έβαζαν τρικλοποδιές στην απεργία, όχι όσοι κουβάλησαν τους φασίστες σε αυτή, αλλά αυτοί που τους άσκησαν δικαιολογημένη κριτική! Ακόμα και στην επίθεση σταλινικών της ΚΝΕ σε Τροτσκιστές του ΕΕΚ στην Πάντειο, που έχει δημόσια καταγγελθεί, κατά τη διάρκεια του τραμπουκισμού και αναφερόμενοι στην επίμαχη επίσκεψη της Χ.Α., οι μαινόμενοι Κνίτες ούρλιαζαν πως «για εμάς εσείς οι Τροτσκιστές είστε ίδιοι και χειρότεροι από τους Χρυσαυγίτες»! Έτσι διαπαιδαγωγεί το ΚΚΕ τους νεολαίους του. Η «Τρίτη περίοδος» μας ξαναχαμογελά δείχνοντας τα σαπισμένα δόντια της.

Το συγκεκριμένο γεγονός με την Χ.Α. να καμαρώνει στην πύλη της Χαλυβουργίας, προκάλεσε μεγάλη αποστράτευση δυνάμεων από το κίνημα αλληλεγγύης το οποίο διασπάστηκε σε χίλια κομμάτια. Δεν έλειψαν δυστυχώς, ανεγκέφαλες αντιδράσεις κομματιών του κινήματος, που ταυτίζοντας την απεργία των εργατών με τις αποφάσεις της ηγεσίας τους, δήλωναν με κάθε τρόπο την αδιαφορία τους ή/και εχθρότητα τους σε αυτή, με την λογική πως «αφού έφεραν τους φασίστες είναι αδιάφορο αν νικήσουν ή χάσουν».

Αυτά είναι τα αρνητικά μαθήματα που πρέπει να βγάλουμε από την απεργία. Μαθήματα για τον άθλιο ρόλο του σταλινισμού, που όταν δεν εναντιώνεται στους αγώνες των εργατών, ξέρει καλά πώς να τους οδηγεί σε ξέρες. Η πρόταση του Δ.Σ. κάνει λόγο για συνέχιση του αγώνα μέσα από το εργοστάσιο. Δεν κάνει λόγο τι εννοεί ακριβώς, ποιες μορφές πάλης προτείνει, και πως θα γίνει αυτό με τους εργάτες να δουλεύουν και τους απολυμένους να είναι ακόμη στο δρόμο.

Ωστόσο την απογοήτευση και την αποστράτευση την αφήνουμε στους σταλινικούς και σε όλους όσοι πουλάνε φτηνά το όραμα τους στερούμενοι προοπτικής. Ακόμα και αν η πρόταση λήξης της απεργίας προσπαθεί να χρυσώσει το χάπι μιας άτακτης υποχώρησης, ωστόσο, σωστά διατυπώνονται κάποια από τα μεγάλα κεκτημένα της επικής αυτής απεργίας.

Η εργατική τάξη βγαίνει σοφότερη από αυτή τη μάχη. Τώρα έχει την δυνατότητα να ξεχωρίζει πιο καθαρά τους φίλους της από τους εχθρούς της. Έχει παρακαταθήκη μια από τις πιο σημαντικές εμπειρίες της σύγχρονης ταξικής πάλης, μπορεί να μάθει από τα λάθη της και να αποφύγει τα ίδια αδιέξοδα.

Κυρίως, τώρα ξέρει καλά τη δύναμη της, ξέρει τι μπορεί να κάνει όταν η ίδια το αποφασίσει. Τρομοκράτησε τους καπιταλιστές-τρομοκράτες, έκανε ακόμα και διεθνή μέσα ν’ ασχολούνται με αυτή δείχνοντας την ως απειλή. Στην εποχή της βαθιάς κι άλυτης καπιταλιστικής κρίσης, μέσα στην οποία μαίνεται η επίθεση της αστικής τάξης ενάντια σε εργασιακά δικαιώματα και σχέσεις, κατάφερε να γίνει το σύμβολο της αντίστασης σε αυτή τη καταστροφή. Έδωσε το στίγμα μιας ολόκληρης εποχής που τώρα ανοίγει, εποχή αγώνων των προλετάριων για την υπεράσπιση του δικαιώματος στη δουλειά, στη ζωή και στην αξιοπρέπεια. Έδειξε τον δρόμο της απεργίας διαρκείας, τον δρόμο του περιφρουρημένου και πειθαρχημένου αγώνα, μέσα από πρωτοφανές πείσμα κι ηρωισμό. Η αυταπάρνηση και η αλύγιστη θέληση των απεργών εργατών, κατέδειξε πως ζούμε στην εποχή του «ή αυτοί, ή εμείς», χωρίς περιθώρια συμβιβασμών ανάμεσα στα δύο ταξικά στρατόπεδα, που ήδη προετοιμάζονται για τον μεγάλο μεταξύ τους πόλεμο. Πρόσθεσε πολλά λιθαράκια στο χτίσιμο της συνείδησης του ταξικού αγώνα και της σύγκρουσης, ενάντια στη κάλπικη λογική της υποταγής κάτω από το «κοινό συμφέρον» εργατών κι εργοδοτών.

Αλλά οι τεράστιες προοπτικές που ανοίγονται μπροστά στην εργατική τάξη και φάνηκαν μέσα σε αυτή την απεργία δεν πηγάζουν μόνο μέσα από την ιστορική της θέση στην καπιταλιστική παραγωγή, αλλά κι από την αδυναμία του καπιταλισμού να διαχειριστεί μια άλυτη και μη-διαχειρίσιμη κρίση. Το αδιέξοδο του παρηκμασμένου καπιταλισμού είναι η βάση της υπεροχής της τάξης μας. Δεν είναι τυχαία η στιγμή που επιλέχτηκε να γίνει η υποτιθέμενη «επίδειξη δύναμης» με τα ΜΑΤ στη Χαλυβουργία: η αστική τάξη που βλέπει τον κόσμο της να καταρρέει κάτω από το βάρος της ύφεσης, φοβάται τώρα περισσότερο από ποτέ την ανάπτυξη της δυναμικής και της ενέργειας της επαναστατικής τάξης σε πλανητικό επίπεδο. Είδε έκπληκτη αυταρχικά καθεστώτα δεκαετιών να πέφτουν σαν τραπουλόχαρτα κάτω από την πυγμή των Αράβων προλεταρίων κατά την Αραβική Άνοιξη. Παρατηρεί έντρομη μια εργατική εξέγερση να λαμβάνει χώρα μέσα στη καρδιά της Ευρώπης, από τους ανθρακωρύχους της Αστούριες στη ταλανιζόμενη από την κρίση Ισπανία. Εμφανίζεται όλο και πιο ανήμπορη να αντιμετωπίσει τη δύναμη της εργατικής τάξης με όσα κατασταλτικά μέσα κι αν ρίξει στο παιχνίδι. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες η απεργία της Χαλυβουργίας που αμφισβήτησε επί εννέα μήνες με «αυθάδεια» την εξουσία του αφεντικού, των νόμων και των δικαστηρίων, ήταν καρφί στο μάτι της.

Η επέμβαση του κράτους, που τσαλαπάτησε με στόμφο το δημοκρατικό δικαίωμα στην απεργία, γίνεται σε μια στιγμή που η κρίση εξουσίας που μαίνεται στην Ελλάδα, από τον Δεκέμβρη του ’08 και δώθε, παίρνοντας εκρηκτικές διαστάσεις και ξεθεμελιώνοντας το πολιτικό σύστημα με μια κυβέρνηση που παραπαίει πριν καλά-καλά σχηματιστεί, η έλλειψη οποιασδήποτε στρατηγικής διεξόδου από το οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο και η απότομη στροφή των μαζών προς τα αριστερά με τις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις, που είναι οι πραγματικές αιτίες πίσω από το «απονενοημένο διάβημα» της επέμβασης των ΜΑΤ, είναι τα σημάδια της οικτρής τους αδυναμίας να επιβιώσουν σαν σύστημα. Αποσύρονται από την Ιστορία και το γνωρίζουν καλύτερα κι από εμάς. Βλέπουν την αναπτυσσόμενη δύναμη της νέας εποχής που καταφτάνει, βλέπουν τους δημιουργούς της νέας ζωής να αντιλαμβάνονται την δύναμη και το πεπρωμένο τους. Είδαν πανικόβλητοι όλα τα παραπάνω να ανθίζουν, εδώ και εννέα μήνες, κάπου στον Ασπρόπυργο.

Η απεργία των Χαλυβουργών έληξε. Αλλά το λουλούδι που ξεφύτρωσε ανάμεσα στα καμίνια και στο τσιμέντο, έχει όλες τις δυνατότητες να ορθωθεί και να τους πνίξει. Αρκεί να το ποτίσουμε με το νερό της ενότητας, αρκεί να το θρέψουμε με το λίπασμα της συνείδησης. Η εποχή των μεγάλων συγκρούσεων, που εγκαινιάστηκε με το έπος της Χαλυβουργίας, είναι μαζί μας.

Υπόμνηση: Δεν προκαλεί έκπληξη το εργοδοτικό «ήθος» του Μάνεση, όπως το επέδειξε στους εργάτες του και στην κοινή γνώμη την Πέμπτη 2/8. Λίγες μέρες μετά την λήξη της απεργίας, έσπευσε να εκδιώξει άλλους 6 εργάτες (πρώην απεργούς), μεγαλώνοντας κι άλλο τον αριθμό των απολυμένων. Οι ισχυρισμοί που διατυπώνονταν από τους εκπροσώπους του στις τριμερείς, αλλά κι από τα απεργοσπαστικά τσιράκια του όπως η «κυρία» Καταβάτη, πως οι 120 απολύσεις «αρκούν» και με την επαναλειτουργία του εργοστασίου κανείς δεν θα χάσει τη δουλειά του, αποδείχτηκαν πομφόλυγες. Στην εκδικητική του μανία αντανακλούνται οι διαθέσεις όλων των καπιταλιστών. Οι εννέα μήνες απεργία δεν είναι κάτι που «χωνεύεται» εύκολα. Αλλά δεν είναι και τυχαία η επιλογή των απολυμένων: όλοι τους πρωτοστατούντες αγωνιστές της τιτάνιας μάχης, και οι 3 τους εκλεγμένοι συνδικαλιστές, μέλη του Δ.Σ. Επιχειρούν να διασπάσουν και να συντρίψουν το αγωνιστικό δυναμικό που σφυρηλατήθηκε μέσα στο «καμίνι» της απεργίας. Φοβούνται μια αναζωπύρωση του αγώνα, τρέμουν τις παρακαταθήκες που άφησε πίσω του, ακόμα κι όταν αυτός έχει τελειώσει. Ρητορική ερώτηση: τώρα ο Υπουργός Εργασίας δεν κόπτεται για την «εργασιακή ειρήνη»; Τώρα οι κυβερνητικοί γενίτσαροι δεν νοιάζονται για το «δικαίωμα στην εργασία»; Δεν περιμένουμε απάντηση, φυσικά, από τους παραπάνω. Οι μόνοι που μπορούν και πρέπει νʼ απαντήσουν είναι οι εργάτες, το κίνημα των «από κάτω», βάζοντας φωτιά στους αγώνες της νέας εποχής που ανατέλλει.

Πηγή: http://www.eek.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Δεν επιτρέπονται σχόλια υβριστικού και ρατσιστικού περιεχομένου.