Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Κριτική στις θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ: "Από τα Πάνω ή Από τα Κάτω;"


του Παραναγνώση


Αναδημοσιεύουμε το 3ο μέρος μιας σοβαρής κριτικής στις Θέσεις
 για τη Β' Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (1-2 Ιούνη 2013) που επιχειρεί 
εδώ και μερικές ημέρες ο Παραναγνώστης, μέσα από το ιστολόγιό του.


Ο μπαρμπα-Γιάννης ήταν παλιός αγωνιστής που εγώ τον πρόλαβα στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πειραιώτης ντελικανής κι αράθυμος έμπλεξε στα νιάτα του, προπολεμικώς, με το νόμο και τον χώσαν στη ψειρού. Για ποινικός μπήκε, πολιτικός βγήκε. Μάλλον τον βάλανε σε λάθος θάλαμο. 
Μετά, παρανομία, κατοχή, εμφύλιος και τράβα κορδόνι....

Ο μπαρμπα-Γιάννης λοιπόν, μιλούσε γλαφυρά κι αθυρόστομα για όλα (εκτός του ποινικού του παρελθόντος και της θητείας του στην ΟΠΛΑ, θέματα όπου παρουσίαζε ολική επιλεκτική κώφωση) αραδιάζοντας με αφοπλιστική ευκολία αγωνιστικές μνήμες ως παραδείγματα ή αντιπαραδείγματα, ως αναλογίες ή αντιστίξεις και πάντως ως  υπόρρητα επιχειρήματα αυτού που ήθελε τελικά να υποστηρίξει. Όποτε γινόταν λόγος για πρόσωπα που κρατούσαν ταυτόχρονα πολλά πόστα, συνήθιζε, προς μεγάλη τέρψη μου, να διηγείται  την ίδια ιστορία: «Στην κατοχή που λέτε, είχαμε ένα τέτοιο ζήτημα κάτω... Γραμματέας της Κομματικής οργάνωσης, Πουλίκος Μπουζικάκος. Γραμματέας του ΕΑΜ, Πουλίκος Μπουζικάκος. Πρόεδρος της Αλληλεγγύης, Πουλίκος Μπουζικάκος. Λαϊκός δικαστής, Πουλίκος Μπουζικάκος. Και στην ΕΠΟΝ, ήθελε να μπει κι εκεί γραμματέας ο μπαγάσας κι ας τάχε πατήσει τα 60.....». Σαν να ακούω το γέλιο του μετά την τελευταία αποστροφή, πριν συνεχίσει ...


Τον θυμήθηκα ψάχνοντας στα ονόματα των ομάδων πρωτοβουλίας για τα διάφορα θεματικά μέτωπα που αναφέρουν οι θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αν εξαιρέσουμε την ΚΕΕΡΦΑ που είναι προίκα από το ΣΕΚ, στα υπόλοιπα ....

Στην ΚΕΔΔΕ, Πουλίκος Μπουζικάκος. Στην STOP EURO, Πουλίκος Μπουζικάκος. Στο Μέτωπο Αντεπίθεσης για τη Λαϊκή Κυριαρχία, Πουλίκος Μπουζικάκος. Στην αλήστου μνήμης ΕΛΕ, Πουλίκος Μπουζικάκος....

Δεν πρόκειται βέβαια εδώ για θεσιθηρία, κάθε άλλο. Αυτό πού αποδεικνύει η παρατήρηση είναι πως όλα αυτά δημιουργούνται από τα πάνω.

Οι θέσεις βεβαίως αφιερώνουν αρκετές γραμμές στις από τα κάτω πρωτοβουλίες, όμως καμιά από αυτές δεν είναι τόσο συγκεκριμένη όσο τα θεματικά μέτωπα. Οι πρωτοβουλίες από τα κάτω θα πρέπει να παρθούν γενικώς μάλλον αυθορμήτως και ο κατάλογος μοιάζει σαν ένα θλιβερό ευχολόγιο.
Παράδειγμα ο εργατικός έλεγχος. Σε σχέση με το ξένο σώμα που αποτελούσε στην απόφαση της Α συνδιάσκεψης, ο εργατικός έλεγχος βρήκε μια πολύ πιο οργανική θέση στο μεταβατικό πρόγραμμα των θέσεων, θεωρητικά άψογος στα μάτια μου αλλά χωρίς καμιά πρακτική υποστήριξη, χωρίς κινηματική γείωση. Ζητήματα σαν τον εργατικό έλεγχο δεν αρκεί να τα επικαλείσαι πρέπει και να τα προτείνεις. Κι αν όπως πολύ σωστά λένε οι θέσεις « Ο εργατικός έλεγχος δεν προβάλει σαν αίτημα στο τέλος του δρόμου της σύγκρουσης με το κεφάλαιο και τους μηχανισμούς του, αντίθετα είναι προϋπόθεση για να ξεκινή­σει το κίνημα να επιβάλει τις δικές του λύσεις...» θα πρέπει να μην μείνουν μεσοδρομίς, αλλά να συμπληρωθούν και με το δια ταύτα. Χρωστάνε να περιγράψουν τις αναγκαίες συνθήκες πραγματοποίησής του και την τακτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το σκοπό αυτό. Επιπλέον, αν ο εργατικός έλεγχος είναι -που είναι- πράγματι τόσο επείγων και οι Θέσεις δεν λειτουργούν στον τομέα της θεωρίας με αφηρημένες κατηγορίες ώστε να συνθηκολογούν τυφλά με την οδυνηρή αδυνατότητα, τότε κάπου στο ταξικό μέτωπο θα πρέπει να έχουν ωριμάσει και οι όροι εφαρμογής του εργατικού ελέγχου και επομένως κάπου θα πρέπει και να τον έχεις προτείνει, έστω ως ιδέα για ζύμωση, έστω κι αν αρχικά δεν περάσει στη μάζα ή δεν γίνει απόφαση εργατικών οργάνων.

Δυστυχώς όμως  η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πουθενά δεν πρότεινε τέτοιες διαδικασίες, τουλάχιστον από όσο εγώ γνωρίζω. Δεν το έκανε ούτε στο μείζον ζήτημα της Ελληνικής Χαλυβουργίας: Αρκέστηκε στην γκρίνια για την περιχαρακωτική τακτική του ΚΚΕ, χωρίς να προτείνει τίποτε, μπαίνοντας μάλιστα στην ουρά του σε μια τροχιά ήττας, ακόμα και όταν η προοπτική αυτής της ήττας ήταν, οθφαλμοφανώς, μόνο θέμα χρόνου.


Έχουμε λοιπόν ρητορική του «από τα κάτω» και πρακτική του «από τα πάνω»;

Πηγή: Κόκκινος Τύπος

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Το Ερύθρημα Αιδούς των Αριστερών Ρεφορμιστών


Η Βίλα Αμαλία, χώρια από όλα τα άλλα, έφερε στο προσκήνιο την αμηχανία ( έως τόμπολα) της κατά φαντασίαν αριστεράς. Μια γρήγορη ανάγνωση φτάνει για να αγανακτήσεις. Αρχίζοντας από την ανακοίνωση τουΣΥΡΙΖΑ:
«Η προσπάθεια ανακατάληψης της Βίλας Αμαλία από ομάδα αντιεξουσιαστών αξιοποιείται από την κυβέρνηση στο πλαίσιο μιας επιχείρησης αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από το κορυφαίο σκάνδαλο της λίστας Λαγκάρντ αλλά και της σκληρής εφαρμοζόμενης μνημονιακής πολιτικής.
Πρόκειται για μια στρατηγική έντασης, καταστολής και αντιπερισπασμού που όχι μόνο δεν λύνει προβλήματα αλλά δημιουργεί νέα και την οποία η κυβέρνηση θα ακολουθήσει μόνη της. Δεν θα αναδείξουμε σε μείζονα, ζητήματα ελάσσονος σημασίας τη στιγμή που η πλειοψηφία των νοικοκυριών κυριολεκτικά παγώνει επειδή δεν έχει να πληρώσει το ρεύμα ή να αγοράσει πετρέλαιο, ή την ώρα που κλείνουν δεκάδες επιχειρήσεις και ενώ εκατομμύρια άνεργοι συνθλίβονται στο περιθώριο της κοινωνίας. Η βίλα Αμαλία, που επί είκοσι δύο χρόνια δεν ενοχλούσε, τώρα αναδεικνύεται στο υπ’ αριθμό ένα ζήτημα, γελοία πράγματα.
Θέλουμε ταυτόχρονα να καταδικάσουμε κατηγορηματικά την συμβολική κατάληψη των γραφείων της ΔΗΜΑΡ.
Για μας ο δρόμος της υπεράσπισης της δημοκρατίας και των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας είναι ο δρόμος των ειρηνικών ενωτικών μαζικών αγώνων που βαδίζουμε με την πλειοψηφία των εργαζομένων και της νεολαίας»
Τι μας λέει η wannabe αριστερή κυβέρνηση;

1. Τα μαλακισμένα δώσανε πάτημα στην τροϊκανή κυβέρνηση να κάνει αντιπερισπασμό από το μείζον που είναι η . . λίστα Λαγκαρντ
2. Το ζήτημα είναι ελάσσονος σημασίας και το ανακίνησε η κυβέρνηση διότι επέλεξε «μια στρατηγική έντασης, καταστολής και αντιπερισπασμού»
3. Καταδικάζουμε την κατάληψη των γραφείων της ΔΗΜΑΡ
4. Υπερασπίζουμε τη δημοκρατία

Περνώντας στην ανακοίνωση του ΚΚΕ:

«Το ΚΚΕ καταδικάζει την κατάληψη των γραφείων της ΔΗΜΑΡ. Αυτές οι ενέργειες δεν έχουν καμία σχέση με την ανάπτυξη της λαϊκής πάλης κατά της αντιλαϊκής πολιτικής και του αυταρχισμού. Δίνουν προσχήματα και επιχειρήματα στην κυβέρνηση να κλιμακώσει τον αυταρχισμό κατά του λαϊκού κινήματος.
Η θέση του ΚΚΕ ήταν και είναι ότι τα διάφορα δημόσια κτίρια και χώροι που βρίσκονται ειδικά στα κέντρα μεγάλων πόλεων και είναι αναξιοποίητοι πρέπει να αξιοποιηθούν με ευθύνη των Δήμων, για την αντιμετώπιση των καυτών και οξυμένων λαϊκών προβλημάτων στη στέγαση, την ιατρική φροντίδα και περίθαλψη των κατοίκων, τη δημιουργία παιδικών σταθμών, κέντρων απεξάρτησης κ.ά. Τέτοιες διεκδικήσεις πρέπει να έχουν οι κινητοποιήσεις στις γειτονιές και το εργατικό λαϊκό κίνημα»
Η καθ' ύπνους λαϊκή εξουσία, που μας λέει λοιπόν ότι:
1. Τα μαλακισμένα δίνουν προσχήματα για την κλιμάκωση του αυταρχισμού της κυβέρνησης
2. Τα δημόσια κτίρια στους δήμους. 
3. Καταδικάζουμε την κατάληψη των γραφείων του Κερένσκυ, ε συγγνώμην της ΔΗΜΑΡ
4. Το λαϊκό κίνημα μέχρι νεοτέρας για την έφοδο προς την λαϊκή εξουσία διεκδικεί από τον Καμίνη μέτρα ανακούφισης των οξυμένων λαϊκών προβλημάτων.

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Κακοτοπιές


Ο γνωστός αρθρογράφος της αριστεράς Π.Π. ξαναχτύπησε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Unfollow (το άρθρο εδώ). 

Από που να το πιάσει κανείς: 
Η κριτική που (προσπαθεί να) κάνει στο Σύριζα, καταλήγει να ποντάρει έκδηλα της ελπίδες του σε "αριστερές" και δεξιές τάσεις εντός του, κυρίως στο "Αριστερό Ρεύμα" και τις περίφημες δικλίδες ασφαλείας για την "κυβέρνηση της Αριστεράς". Έχουμε καταπιεί δηλαδή τη καμήλα της διακυβέρνησης και διαχείρισης του καπιταλισμού (και μάλιστα ενός καπιταλισμού σε κρίση) και μας έκατσε στο λαιμό με ποιό "κόλπο" η διακυβέρνηση μετατρέπεται σε προπύργιο του σοσιαλισμού. Αυτή η (νέα;) πολιτική τοποθέτηση όμως, δεν είναι ξένη στους θεωρητικούς της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Προηγήθηκε αντίστοιχο άρθρο του Π. Μαυροείδή (δες εδώ). Κοινώς "κριτική" στο Σύριζα, για να βρει υπόστεγο στη πολυκατοικία της αριστεράς, έστω και σαν γκρινιάρης. Σε άλλο σημείο κατακεραυνώνει τον Σύριζα για τη "σούπα" θέσεων που εξήγγειλε, για ανακολουθία λόγων και πράξεων αλλά την ίδια στιγμή, η γραμμή που προτείνει, εξυπηρετεί (και αυτή) ακριβώς την ίδια (μικροαστική) θολούρα. Γραφεί λοιπόν ο Π.Π.: "Λες και δεν έχει «προκληθεί» βάναυσα ο έλληνας εργαζόμενος από τα μνημόνια της κοινωνικής βαρβαρότητας και του εθνικού εξευτελισμού!". Στα λόγια είναι εύκολο να κατακεραυνώνει κανείς την άνοδο της Χρυσής Αυγής και τον ρατσιστικό κανιβαλισμό της κοινωνίας. Αλλά όταν ένας από τους πιο γνωστούς θεωρητικούς της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς ξεσπαθώνει για τον "εθνικό εξευτελισμό" του "έλληνα εργαζόμενου" τότε πραγματικά πρέπει να ξέρουμε ότι αυτή η βάρκα τρύπησε σε τέτοιο βαθμό, που μόνος της προορισμός είναι ο πάτος.

Αντίστοιχα όμορφα συνεχίζει ο Π.Π. στη κριτική του στο ΚΚΕ. Από τη μία θαυμάζει την "οργανωτική στερεότητα"(sic) του κόμματος, κι από την άλλη "χτυπά" στο "Απέναντι στην τρομερή κρίση που βιώνουμε... η μόνη απάντηση που δίνει η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ είναι η… σοσιαλιστική επανάσταση!". Το θαυμαστό με τον Π.Π. είναι ότι δε μασάει τα λόγια του: είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που η λογική της ενσωμάτωσης του ξεγυμνώνεται. Δεν είναι λοιπόν η επανάσταση η μόνη σοβαρή και ρεαλιστική συνθήκη απάντησης της εργατικής τάξης στη κρίση. Αν μάθει ο Π.Π. άλλο δρόμο για να ανατραπεί ο καπιταλισμός ας μας το πει, αλλά αν αν τελικά αυτό που μας προτείνει είναι εντός συστήματος, ας πάψει επιτέλους να μας πλασάρεται ως "αντικαπιταλιστής". Συνεχίζοντας το μέλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δεν αναφέρει λέξη για τις συνεχιζόμενες ήττες των εργατικών αγώνων είτε βρίσκονται "υπό" τη χειραγώγηση του ΠΑΜΕ είτε της αναδυόμενης συνδικαλιστικής γραφειοκρατεία του ΣΥΝ. Δεν βρίσκει τίποτε να πει στη κριτική του για την (συνειδητή) εγκατάλειψη της εργατικής πάλης στη βάση με αντίτιμό τη "ψήφο" στο Κόμμα, ούτε την ενσωμάτωση αυτής της αριστεράς σε "αριστερά" και δεξιά εναλλακτικά σχέδια διαχείρισης, εντός ή εκτός ΕΕ και ευρωζώνης, ούτε φυσικά για τον επαναστατικό δρόμο της ταξικής πάλης που είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τις προτάσεις χωρίς αντίκρυσμα της ΚΕ του ΚΚΕ στο επερχόμενο συνέδριο τους. 

Ο λόγος που ασχολούμαι με με το εν λόγω άρθρο, δεν είναι γιατί μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις, αλλά γιατί η χρεοκοπία της αριστεράς στη χώρα μας γίνεται ακόμη πιο έκδηλη, αν πάρει κανείς υπόψιν του τη αυτοαποκαλούμενη "κριτική εκ αριστερών", εντός της. Ο ουσιαστικότερος όμως λόγος είναι γιατί όσοι και όσες επιθυμούμε να βαδίσουμε στα αχαρτογράφητα μονοπάτια της ταξικής αντιμετώπισης της καπιταλιστικής κρίσης, οφείλουμε να ξέρουμε που ακριβώς έχουν βαλτώσει και εγκλωβιστεί ρεύματα της αριστεράς, που τουλάχιστον προγραμματικά, είχαν θέσει (στη μακρινή εποχή προ κρίσης) το ζήτημα της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Να ξέρουμε, να αποφεύγουμε τις κακοτοπιές...

avanti_maestro

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012

Αλλαγή της κοινωνίας με κράτος ή χωρίς;


σημείωση [avanti_maestro]: Παρά τον παραπλανητικό τίτλο του, το άρθρο του μέλους του ΝΑΡ, Μηνακάκη, θέτει κάποιες ενδιαφέρουσες πτυχές για το επαναστατικό εργατικό κίνημα σήμερα. Εστω κι έτσι όμως, θα έφτανε να πάρει κανείς έναν καθρέφτη και να αντιστοιχίσει το πολιτικό πρόγραμμα της Ανταρσύα (που μέλος της είναι ο συγγραφέας) με τα λεγόμενα του. Τα κενά και οι απουσίες είναι έκδηλες και εκκωφαντικές. Πως άλλωστε μπορεί να περπατήσει το πρόγραμμα της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, με ένα πρόγραμμα που θα παλεύει για "θεσμοί μια ανταγωνιστικής δυαδικής εξουσίας, έμβρυα ενός άλλου τρόπου οργάνωσης και διεύθυνσης της κοινωνίας, που και τις νέες δυνατότητες των σύγχρονων ανθρώπων θα αντανακλούν και την τάση για κατάργηση του αστικού κράτους θα αποτυπώνουν; Πρέπει να δοκιμάσουμε τώρα, να ανταλλάξουμε εμπειρίες και προβληματισμούς ως κίνημα κοινωνικής χειραφέτησης, να στοχαστούμε πάνω στην εμπειρία των σοβιέτ και των εργατικών συμβουλίων αλλά και πάνω στα λατινοαμερικάνικα πειράματα.". Δυστυχώς Βασίλη, πολύ αργά για δάκρυα. Καιρός για ουσιαστικές μετατοπίσεις.

Αλλαγή της κοινωνίας με κράτος ή χωρίς; 

του Βασίλη Μηνακάκη

Υπάρχουν δυο τρόποι για να προσεγγιστεί το ερώτημα αυτό: γενικά θεωρητικά ή με συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Και οι δύο οπτικές είναι χρήσιμες και αναγκαίες. Αναγκαίος είναι κι ο εσωτερικός διάλογος μεταξύ τους, μιας και δεν τις χωρίζουν σινικά τείχη. Επιπλέον, η δύναμη της μιας δίνει δύναμη και στην άλλη. Στην παρέμβασή μου, όμως, θα ήθελα να εστιάσω στη δεύτερη κυρίως οπτική.
Τι μπορούμε, λοιπόν, να πούμε για το σύγχρονο κράτος; Μπορούμε, προφανώς, να επαναλάβουμε ανεπιφύλακτα τις κλασικές μαρξιστικές θέσεις ότι αποτελεί συλλογικό κεφαλαιοκράτη, όργανο έκφρασης των συμφερόντων του κεφαλαίου, μηχανισμό που υλοποιεί την εξουσία και την κυριαρχία του.

Θα πει κανείς. Αυτά ίσχυαν πάντα και θα ισχύουν πάντα στον καπιταλισμό. Ας το βασανίσουμε λίγο, όμως. Γιατί; Γιατί αυτοί οι χαρακτηρισμοί -για τους οποίους υπήρχε και υπάρχει συζήτηση και αντιπαράθεση και εντός του μαρξιστικού ρεύματος και ανάμεσα σε αυτό και στον αναρχισμό, τα ελευθεριακά κι άλλα ριζοσπαστικά ρεύματα- δεν εκδηλώνονταν με τον ίδιο τρόπο στην ιστορική πορεία του καπιταλισμού.

Την εποχή του λεγόμενου κράτους πρόνοιας, του κεϊνσιανισμού, των μαζικών κοινωνικών συμβολαίων, του τεϊλορισμού, της κοινοβουλευτικής αποχαύνωσης οι θέσεις αυτές είχαν υποβαθμιστεί από πολλούς και -το κυριότερο- στη λεγόμενη «κοινή συνείδηση». Το κράτος πρόβαλε ως εκφραστής του γενικού καλού και εγγυητής της προόδου και της ανάπτυξης. Πρόβαλε κυρίως με την κοινωνική του λειτουργία (αναπαραγωγή εργατικής δύναμης) παρά με την κατασταλτική, κυρίως ως οργανωτής των κοινωνικών συμμαχιών της αστικής τάξης παρά ως εργαλείο ταξικής καταπίεσης εκ μέρους του. Ακόμη και σε τμήματα της μαρξιστικής Αριστεράς εμφανίστηκε τότε μια μετατόπιση: δεν είναι όργανο της αστικής τάξης αλλά συνισταμένη των ταξικών συσχετισμών, δεν συμπυκνώνει-υλοποιεί την αστική εξουσία και κυριαρχία αλλά την ταξική πάλη. Που σημαίνει ότι με έναν άλλο συσχετισμό δυνάμεων, με μια άλλη ισορροπία στην ταξική πάλη το κράτος θα μπορούσε να αλλάξει χαρακτήρα, να γίνει εργαλείο προώθησης μιας προοδευτικής, ριζοσπαστικής και -γιατί όχι- σοσιαλιστικής πορείας.

Αυτή η άποψη δεν ήταν ούτε τότε σωστή και αποδείχτηκε στη ζωή – αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας εδώ. Βέβαιο είναι, ωστόσο, πως αν τότε είχε κάποιο έρεισμα, αν υπήρχαν κάποιοι λόγοι που την καθιστούσαν πιστευτή τότε, σήμερα αυτοί έχουν εκλείψει. Ας δούμε γιατί.

         

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου κράτους;

1. Το σύγχρονο κράτος -και οι κυβερνήσεις που το διαχειρίζονται, νεοφιλελεύθερες, συμμαχικές ή σοσιαλιστικές- αποτελεί τον βασικό μοχλό προώθησης της στρατηγικής του κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της κρίσης. Συνθλίβει μισθούς, απογειώνει τη φορολογία, διευκολύνει την ελαστική εργασία, χαρατσώνει ασύστολα και τόσα άλλα. Να θυμίσουμε εδώ το ρόλο που έπαιξε η Ατζέντα 2010 που προώθησε πριν χρόνια ο σοσιαλδημοκράτης Σρέντερ, η οποία επιτρέπει σήμερα στο γερμανικό κεφάλαιο να είναι αυτό που είναι, έχοντας όμως το 20% του εργατικού δυναμικού της χώρας με μισθό κάτω από 400 ευρώ.

 2. Το σύγχρονο κράτος απαλλάσσεται από τις περισσότερες παραγωγικές δραστηριότητες που είχε. Τις ιδιωτικοποιεί και παράλληλα ιδιωτικοποιεί το σύνολο των κοινωφελών λειτουργιών (ενέργεια, ύδρευση, αεροδρόμια, λιμάνια, μεταφορές, δρόμοι κ.λπ.) αλλά και πολλές λειτουργίες του σκληρού κρατικού πυρήνα (καθαριότητα, είσπραξη φόρων, έρευνα κ.λπ.). Τέλος, απελευθερώνει όλες τις ρυθμιζόμενες αγορές και επιβάλει ακόμη και στο εσωτερικό του ιδιωτικοοικονομικά-αγοραία κριτήρια λειτουργίας, μέσω της λεγόμενης αξιολόγησης ή των δήθεν κριτηρίων αποδοτικότητας.

 3. Το σύγχρονο κράτος συνθλίβει τις όποιες κοινωνικές του λειτουργίες (υγεία, παιδεία, ασφάλιση). Όλες εκείνες που εξασφάλιζαν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, από τη μια, αλλά και τη δική του αναπαραγωγή, από την άλλη. Γιατί με αιχμή αυτές τις λειτουργίες εμφανιζόταν ως υπερταξικό και ως εκφραστής της κοινωνίας, με αιχμή αυτές η αστική τάξη οικοδομούσε μαζικά κοινωνικά συμβόλαια, αποσπούσε τη συναίνεση και νομιμοποιούσε το αστικό πολιτικό σύστημα. Τώρα αυτές οι υπηρεσίες ή αγοράζονται από τους πολίτες από ιδιωτικές επιχειρήσεις ή και από το κράτος (π.χ. 25 ευρώ για εισαγωγή) είτε η προσφορά τους  γίνεται με τέτοιους όρους που μετατρέπεται σε μηχανισμό αποδοχής του νέου εργασιακού τοπίου (π.χ. η λεγόμενη ελαστασφάλεια ή οι ενεργητική πολιτική απασχόλησης).

 4. Το σύγχρονο κράτος ενισχύει στο έπακρο την κατασταλτική του λειτουργία πολλαπλά. Ενισχύει ποιοτικά και ποσοτικά τους μηχανισμούς καταστολής, τους εμπλουτίζει με μηχανισμούς ηλεκτρονικού χαφιεδισμού και ελέγχου. Ταυτόχρονα, ενισχύει τα όπλα της εργοδοτικής βίας, το δεσποτισμό των αφεντικών εντός παραγωγής. Τέλος, διακορεύει τις τυπικές αστικές ελευθερίες, τα συντάγματα, τους δικούς του κοινοβουλευτικούς θεσμούς και συνάμα το δικαίωμα στην αντίσταση, τη διαδήλωση, την απειθαρχία, την απεργία, τη δυναμική διαμαρτυρία – ειδικά τις μορφές πάλης που υπερβαίνουν τη νυσταλέα επετηρίδα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ή δεν βολεύονται με μια απλή εκλογική ή κυβερνητική εξαργύρωση.

 5. Τέλος, το σύγχρονο κράτος διαμορφώνει μια νέα αρχιτεκτονική ανάμεσα στους κεντρικούς θεσμούς και τους κατώτερους κρίκους του, όπως η τοπική αυτοδιοίκηση, και ανάμεσα σε αυτό και τους υπερεθνικούς αστικούς θεσμούς όπως η ΕΕ, το ΔΝΤ, το ΝΑΤΟ. Από τη μια, με τον Καλλικράτη αρκετές λειτουργίες του κεντρικού κράτους περνούν στο τοπικό κράτος (π.χ. παιδεία). Κι από την άλλη, με τα μνημόνια, τις δανειακές συμβάσεις, τη συμμετοχή στην ΕΕ κάποια κρίσιμα στοιχεία της κρατικής λειτουργίας εντάσσονται -δεσμεύονται, για την ακρίβεια- από ένα ευρύτερο πλέγμα, που δεν είναι μεν υπερκράτος, είναι όμως πολύ ασφυκτικό και, το κυριότερο, πλήρως παραδομένο στις πολυεθνικές και τις τράπεζες και πλήρως αποστειρωμένο από τη λαϊκή πίεση ακόμη κι από τις αστικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η νέα αρχιτεκτονική ισχυροποιεί το κράτος απέναντι στο λαό, εντείνει τον καταπιεστικό του ρόλο και την υπέρ της μισθωτής εκμετάλλευσης λειτουργία του.
         

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και «η αλλαγή της εκλογικής ατζέντας»



του Κ. Ρουσίτη

Μπροστά στο αίσχος των στρατοπέδων συγκέντρωσης η αριστερά στο σύνολό της επέδειξε καταρχήν υγιή αντανακλαστικά. Ο Ριζοσπάστης και η Αυγή τουλάχιστον, την επόμενη μέρα ανέδειξαν το ζήτημα σε πρώτο θέμα. Οπωσδήποτε σημαντική παρέμβαση της κοινοβουλευτικής αριστεράς, γιατί θα πρέπει εδώ να προσμετρήσουμε πως πολλές δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς δεν θεώρησαν προφανώς το θέμα αρκετά σοβαρό. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με εξαίρεση το ΣΕΚ, δεν έκανε την παραμικρή ανακοίνωση. Η ΚΟΕ το ίδιο. Όπως και να χει, το ΚΚΕ, η γύρω από τον ΣΥΝ αριστερά και ένα τμήμα της εξωκοινοβουλευτικής, επέδειξαν καταρχήν κάποια βασικά ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά. Στοιχειώδη μεν, καθόλου αυτονόητα όμως, αφού και τα βασικά ακόμα στις μέρες μας έχουν γίνει ζητούμενα. 

Όμως, στη βάση της ρητορείας τους βρίσκεται η λανθασμένη εκτίμηση πως η κυβερνητική ρατσιστική καμπάνια αποτελεί μόνο μια ντρίμπλα των «δυνάμεων του μνημονίου» για να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο από τα πραγματικά του προβλήματα που είναι η ανεργία και η φτώχια. Μια προσπάθειά τους για να αλλάξουν την προεκλογική ατζέντα. Μάλιστα, συνοδεύεται συνήθως με την πρόγνωση – ευχή πως δεν θα τσιμπήσει ο κόσμος.

Καταρχήν να σημειώσουμε εδώ πως τη ρατσιστική καμπάνια δεν στηρίζουν μόνο οι «δυνάμεις του μνημονίου», αλλά και η αντιμνημονιακή δεξιά, η ακροδεξιά και η μισομνημονιακή ΔημΑρ. Δηλαδή, την ρατσιστική καμπάνια καλύπτουν πολιτικά όλες εκείνες οι δυνάμεις που με τον ένα ή άλλο τρόπο, με ευρώ ή με δραχμή, θεωρούν χρέος τους να στηρίξουν το καπιταλιστικό σύστημα. Συνολικά το φάσμα του ρατσισμού, δεν αφορά μόνο τον κόσμο που στηρίζει τα δυο μνημονιακά κόμματα, αλλά και εκείνο το «αγανακτισμένο» τμήμα με το οποίο ορισμένοι επιδιώκουν να χτίσουν το πλατύ αντιμνημονιακό μέτωπο και το νέο ΕΑΜ. Αλλά σε αυτό θα επεκταθούμε αργότερα.

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Κρίση, ταξική πάλη και "αριστερή ενότητα"

Αντιγράφουμε σήμερα ένα κομμάτι παλαιότερου κειμένου συντρόφων. Παρότι συντάχθηκε τον Απρίλιο του 2011, θεωρούμε πως ξεκαθαρίζει μεγάλο μέρος της προβληματικής που εγείρεται μπροστά στην φημολογούμενη ή επικείμενη εκλογική αναμέτρηση. Περιγράφει το πλαίσιο γύρω από το οποίο, είμαστε σήμερα αναγκασμένοι να πράξουμε, και θέτει τα αδιέξοδα όρια της διαμαρτυρίας και του κοινοβουλευτισμού στη νέα εποχή. 
avanti_maestro



...

Οι εργαζόμενοι και τα καταπιεζόμενα στρώματα βρίσκονται με φτωχά και κατακερματισμένα όπλα αντιμέτωποι με τις καλά οργανωμένες δυνάμεις του κεφαλαίου που έχουν τον απόλυτο έλεγχο της άναρχης καπιταλιστικής παραγωγής. Αποτέλεσμα: η διάλυση του νομοθετικού πλαισίου που χαρακτήριζε τις εργασιακές σχέσεις, η επιχειρηματική παιδεία και υγεία, η ραγδαία αύξηση της ανεργίας, οι χιλιάδες απολύσεις, η μαύρη εργασία, η περιθωριοποίηση εκατομμυρίων ανθρώπων, η απαξίωση, τελικά, της "αξίας" της ζωντανής εργασίας.


Σκοπός: η μεγιστοποίηση της οικονομικής αποδοτικότητας για το κεφάλαιο, τόσο πανευρωπαϊκά, όσο και εγχώρια, για να μπορέσει με άλλους όρους να ανταγωνιστεί τόσο το αμερικάνικο όσο και το κινέζικο μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης, που έτσι κι αλλιώς βασίζεται στην πάμφθηνη μισθωτή εργασία.



Υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά όσον αφορά τις κοινωνικές αλλαγές που επιχειρούνται από όλες τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Πρώτο, σηματοδοτούνται από μια ομολογία ενοχής από το ίδιο το σύστημα, ότι δεν μπορεί, πόσο μάλλον δε θέλει, να εγγυηθεί έστω την ανθρώπινη επιβίωση, καταργώντας αυτό που με μαρξιστικούς όρους λέμε ζωντανή εργασία.
Δεύτερο, ξεκαθαρίζεται, με τον πιο σαφή τρόπο, ο ρόλος του ίδιου του κράτους. Λήγει δηλαδή, μια και για πάντα, το αστικό ιδεολόγημα που θέλει το κράτος να είναι έκφραση της κοινωνίας, ένας ταξικά ουδέτερος μηχανισμός όπου απλά αποτυπώνεται ο συσχετισμός δύναμης. Το κράτος απεκδύεται όλον αυτόν τον μανδύα της δημοκρατίας, της δυνατότητας ελέγχου της κοινωνικής δομής και δηλώνει ξεκάθαρα με τρόπο μη αναστρέψιμο, ότι ο ταξικός ρόλος του είναι να επιβάλλει τη θέληση του κεφαλαίου σε όσους στέκονται απέναντι του. Επιπλέον, καταρρέει το ιδεολόγημα ότι το κράτος αποτελεί τη διαιτησία στην ταξική πάλη, το διαμεσολαβητή μεταξύ εργατικής τάξης και κεφαλαίου.
Τρίτο, πετάει στα σκουπίδια όλη τη μυθολογία περί ατομικής ευκαιρίας. Ουσιαστικά, αναιρείται η θεωρία περί ατομικής επιλογής, το ότι μπορούμε, δηλαδή, ατομικά να ελιχτούμε μέσα από τον κάματο της εργασίας και της ατομικής προσπάθειας, αν όχι σε μία καλύτερη κοινωνική τάξη, σε μία λιγότερο ανασφαλή ζωή.
Τέταρτο, το ίδιο το κοινωνικό επίδικο της κοινωνικής τάξης και ομαλότητας τίθεται πια σε, ποσοτικά και ποιοτικά, άλλο επίπεδο. Η παρουσία της καταστολής σε κάθε πλευρά της ζωής παίρνει τέτοια χαρακτηριστικά, που μετατρέπει για παράδειγμα την αστυνομία σε στρατό καταστολής διαδηλώσεων, τον συνδικαλισμό σε τρομοκρατική πράξη. Είναι η ίδια λογική που βαφτίζει νόμιμο συνδικαλισμό ό,τι κινείται σε αστική-εργοδοτική διαχειριστική κατεύθυνση. Πέμπτον, η ποινικοποίηση κάθε ιδέας που αμφισβητεί τα όρια του συστήματος, φέρνει ένα βίαιο τέλος στη εποχή των αστικών δικαιωμάτων.

Στον χορό των εξελίξεων χορεύει, λοιπόν, η αστική δημοκρατία που εμείς εδώ γνωρίζουμε. Το αστικό μπλοκ εξουσίας, δίνει τον τόνο των αλλαγών και το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα τρέχει ασθμαίνοντας να χωρέσει στη νέα πολιτική πραγματικότητα. Από την παραδοσιακή δεξιά και ακροδεξιά (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ) ο μονόδρομος της κεφαλαιοκρατικής επικράτησης μέχρι τέλους αποτελεί το επίσημο κρατικό δόγμα. Ενώ στην επίσημη και "ανεπίσημη" Αριστερά (ΣΥΝ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) μέσα από διαφορετικούς δρόμους κυριαρχεί η φωνή της σοσιαλδημοκρατίας, που απαιτεί την επιστροφή σ' ένα μοντέλο καπιταλιστικής ανάπτυξης ακόμα και αν αυτό «διανθίζεται» είτε με λαϊκή οικονομία, είτε με εθνικοποίηση των τραπεζών, είτε με κρατικό έλεγχο, είτε με κρατικό και εργατικό έλεγχο. Κοινή συνισταμένη και κοινός πολιτικός τους στόχος για την περίοδο παρά τις φαινομενικά αντιπαραθετικές διακηρύξεις είναι η εύρεση μιας «κεντρικής πολιτικής λύσης» ενάντια στην κρίση που θα δώσει το αστικό τελικά κράτος υπό την «πίεση» του εργατικού κινήματος. Πρόκειται για μία κοινή πολιτική αντίληψη που φιλοδοξεί –μάταια βέβαια- να ξαναμοιράσει τον πλούτο χωρίς να προσπαθεί να τσακίσει την υπάρχουσα αστική εξουσία, χωρίς να προσπαθεί να φτιάξει δομές εργατικής εξουσίας που θα καθορίσουν όχι μόνο τον τρόπο της μοιρασιάς αλλά και την ποιότητα του παραγόμενου πλούτου. Πιο συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά τις πολιτικές επιλογές και τα έμπρακτα βήματα των τελευταίων χρόνων, στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς έχουν μετατραπεί σε κυρίαρχο δόγμα η δορυφοριοποίηση γύρω από κομμάτια του αστικού συστήματος, όπως είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ο "αγώνας" για κοινοβουλευτική αναγνώριση και η πάλη για «αριστερή ενότητα». Αυτή η πολιτική γραμμή και πρακτική έχει γεννήσει το μόρφωμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της συνεργασίας οικονομολόγων, το αριστερό βήμα διαλόγου και την επιτροπή λογιστικού ελέγχου του δημοσίου χρέους (!). Πρόκειται για μία –από τα παλιά- πολιτική πρακτική που από τη μία επιμένει σε μια αόριστη επαναστατική επίκληση και από την άλλη στοχεύει -με όλες της τις προεκτάσεις- σε ένα νέο "κοινωνικό συμβόλαιο".


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Συγκλίσεις



Ο Α.Χάγιος δήλωσε χτες (20/2) στην "Εποχή":

"Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με την πολιτική της εξόρμηση, διατυπώνει συγκεκριμένη πρόταση στον κόσμο του κινήματος και της Αριστεράς για μια κοινή πορεία νίκης και ανατροπής. Θα συζητήσουμε με τους αγωνιστές της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής. Θα απευθυνθούμε στη βάση και στις ηγεσίες. Θα εργαστούμε για να επιλέξουμε από κοινού το δρόμο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης. Το δρόμο της συμπόρευσης στο αναγκαίο αγωνιστικό μέτωπο ρήξης και ανατροπής, με ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα. Στο μέτωπο αυτό μπορούν να εκφραστούν και οι ριζοσπαστικές διαθέσεις και αναζητήσεις της λαϊκής - εργατικής βάσης του ΠΑΣΟΚ και των άλλων αστικών κομμάτων. "

Στη προσπάθεια μας να αποκωδικοποιήσουμε, ποια προγραμματικά στοιχεία  "της κοινοβουλευτικής αριστεράς" και μάλιστα της ηγεσίας της, βλέπει να συγκλίνει, ή τουλάχιστον να μετατοπίζεται σε "ριζοσπαστικότερες" θέσεις για να καλεστεί από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε ενότητα, πέσαμε επάνω στην εισήγηση Τσίπρα στη συνεδρίαση της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του ΣΥΝ (17/2). Αποσπάσματα από την εισήγηση Α. Τσίπρα:

"Η Αριστερά έχει καταθέσει έγκαιρα την εναλλακτική πολιτική της πρόταση.
...
Απαντάμε. Αναστολή πληρωμών για όσο χρειαστεί ώστε να εξοικονομούμε 20 δις τον χρόνο, για τη στήριξη της απασχόλησης και της κοινωνικής συνοχής.
...
Απαντάμε. Διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, χωρίς μνημόνια λιτότητας. Αλλά με δυνατότητα να αποπληρώνουμε το υπόλοιπο με ρήτρα ανάπτυξης, όπως έγινε για τη Γερμανία το 1953.
...
Απαντάμε. Όλα τα χρήματα που θα εξοικονομήσουμε από την αναστολή πληρωμών να πάνε στην ανάπτυξη. Σε δημόσιες παραγωγικές επενδύσεις, σε ένα νέο αναπτυξιακό σχέδιο, στην ανασυγκρότηση του κοινωνικού τομέα που καταρρέει. Ούτε ένα ευρώ να μην πάει πια στους τοκογλύφους.
...
Απαντάμε. Κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. Και εξάντληση κάθε δυνατότητα για συμμαχίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο για ανατροπή του σημερινού αδιέξοδου οικονομικού μοντέλου. Για απευθείας χαμηλότοκο δανεισμό των κρατών από την ΕΚΤ και όχι των χρεοκοπημένων τραπεζών.
Ζητάνε από τον λαό καινούργιους φόρους και χαράτσια.
Απαντάμε. Ριζική προοδευτική αναδιανομή. Φορολόγηση του συσσωρευμένου πλούτου και του κεφαλαίου.
Να σταματήσουν να φορολογούν άλλο τη φτώχεια και να φορολογηθεί επιτέλους και ο πλούτος σε αυτή τη χώρα.
...

Η δημιουργία ενός νέου Συνασπισμού Εξουσίας προϋποθέτει μια ευρύτατη κοινωνική συσπείρωση.
...

Αυτή την ανάγκη και την απαίτηση των καιρών, εκφράζει η δική μας προσήλωση στην στρατηγική της ενότητας."




Αν και πολλές φορές έχουμε τοποθετηθεί γύρω από ζητήματα μετάλλαξης της πλειοψηφίας της άκρας αριστεράς στην Ελλάδα σε αριστερή σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, δεν παύει διαρκώς να μας εκπλήσσει. Από τη μία πλευρά μια σαφέστατη πρόταση διαχείρισης του καπιταλισμού, που το μόνο που κάνει είναι να σπέρνει αυταπάτες, για την "χρηστή" αντιμετώπιση από μια αριστερή κυβέρνηση των καταστάσεων, ξεκάθαρα σε αντεπαναστατική κατεύθυνση και στο έδαφος του μικροαστικού ρεφορμισμού. Κι από την άλλη μια, στα λόγια επαναστατική δύναμη, που όπου βρεθεί κι όπου σταθεί  , καλεί ηγεσίες, βάση, αριστερά κόμματα, μέχρι και τη βάση των αστικών κομμάτων, να ενωθεί. Ενότητα, αριστερή τελικά και όχι ταξική, στη πλατεία, στα σωματεία γιατί όχι αύριο και στα ψηφοδέλτια;

avanti_maestro


Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012

Εμπρός για νέες ήττες, για νέες συντριβές




Όσο ο ταξικός αντίπαλος επελαύνει, στην αριστερά εμφανίζονται φαινόμενα παλιμπαιδισμού. Δεν λείπουν αυτοί που αρπάζουν το playstation τους και πλάθουν σενάρια "αριστερών" κυβερνήσεων που σώζουν το λαό από την πείνα, είναι ΕΑΜ, σοσιαλισμός και αντιμνημονιακό μπλοκ 3 σε 1, βάζουν τα γυαλιά στους αστούς οικονομολόγους, συγκυβερνούν με τις φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις, αλλά ηγεμονεύουν -πάντα ηγεμονεύουν- , φτιάχνουν τη Κούβα της Μεσογείου μ' ένα τρικ, σε μια στιγμή βρίσκονται "καβάλα στ' άλογο". Το παιχνίδι τους έχει διάφορες πίστες, με αυξανόμενη δυσκολία. Ξεκαθαρίζουν ότι δεν είναι με την Ε.Ε. αλλά αρκεί πρώτα "απλά" να φύγουμε από το ευρώ. Αντιτάσσονται στα εθνικιστικά προτάγματα, αλλά δεν ξεχνούν τον εθνικό ρόλο της Αριστεράς, πάντα μέσα από τα θολά "ταξικά" γυαλιά τους. Δεν είναι με τον "στείρο" κυβερνητισμό, αλλά βλέπουν "ευκαιρίες" και κινηματικές κυβερνήσεις.Άλλωστε στον εικονικό τους κόσμο, η φτώχεια, η ανεργία, η κρίση, ο πόλεμος δεν είναι παρά ζητήματα debate ανάμεσα σε διαφορετικές "αριστερές" περσόνες.



Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου "παίχτη", ίσως από τους ριγμένους στη μοιρασιά των χαρακτήρων, ο Π.Γκαργκάνας που δηλωσε στο ΠΡΙΝ μόλις χτες: 


"Μια «αριστερή κυβέρνηση» θα ήταν μόνο ευκαιρία για το εργατικό κίνημα και όχι λύση για φιλεργατικά μέτρα, τονίζει ο Πάνος Γκαργκάνας, στέλεχος της εφημερίδας Εργατική Αλληλεγγύη και μέλος του Πανελλαδικού Συντονιστικού της ΑΝΤΑΡΣΥΑ."
(...)
"Ρωτούν πολλοί: Αν κληθεί η Αριστερά να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, θα ήταν κάτι αρνητικό;
Όχι δεν θα ήταν. Υπάρχει μια τεράστια πολιτική κρίση. Δεν είναι συνηθισμένη κατάσταση να καταρρέει μια κυβέρνηση που κέρδισε τις εκλογές το 2009 με σαρωτικό τρόπο και ιδιαίτερα όταν η κυβέρνηση αυτή είναι ΠΑΣΟΚ, το κόμμα δηλαδή που έδωσε τις περισσότερες κυβερνήσεις από τη μεταπολίτευση"
(...)
" Δεν είναι έτοιμο ούτε το πολιτικό σύστημα, ούτε ο ελληνικός καπιταλισμός στην έκταση της κρίσης που αντιμετωπίζει να πει «δεν πειράζει, να κάνουμε πρωθυπουργό τον Τσίπρα». Άρα θα είναι όξυνση της κρίσης μια νίκη της Αριστεράς."
(...)
"Μιλήσατε για μη εμπιστοσύνη στη γραφειοκρατία. Μετά και την τελευταία στάση της ΓΣΕΕ στο λεγόμενο κοινωνικό διάλογο, η συμμετοχή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις συγκεντρώσεις της συνομοσπονδίας δικαιολογείται;
...Όταν γίνεται αγώνας, δεν νικά με διάσπαση. Οι απεργοί πρέπει να είναι ενωμένοι και όλοι μαζί στην περιφρούρηση, ανεξάρτητα από το αν έχουν αυταπάτες για τον Παναγόπουλο."
(...)
"Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δέχεται την κριτική ότι δεν είναι παρά συγκυριακή εκλογική συγκόλληση οργανώσεων. Πώς απαντάτε σε αυτό;
Πρώτα απ’ όλα να μην υποτιμούμε ακόμη και τη συγκυριακή εκλογική συγκόλληση."


Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να νιώσει έκπληξη απο τις θέσεις του Π.Γκαργκάνα. Το ΣΕΚ του οποίου ηγείται , έχει μακρύ ιστορικό, "κομβικότατων" παρεμβάσεων στο ιστορικό προτσές, στηρίζοντες άλλοτε ΠαΣοΚ, άλλοτε Μπουτάρη, αλλά κι επικροτώντας παλαιότερα την "νίκη" της Αριστεράς με τις 13 στις 15 σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στην Ε.Ε. της δεκαετίας του 90, π.χ. τον "εργατικό" Τόνι Μπλαίρ...

Δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα να αφήσουμε τους κυρίους αυτούς να παίξουν στη γωνίτσα τους, να "νικούν" και να "ηγεμονεύουν" στα "πλατιά" τους ακροατήρια, αν δεν υπήρχαν συναγωνιστές, που θυσιάζουν τον αγώνα τους και την προσπάθεια τους, ρίχνοντας νερό σ' ένα μύλο που οδηγείται προς ένα ακίνδυνο περιθώριο. Τόσο ακίνδυνο, μάλιστα, που κανείς δεν ξέρει, αν σε κάποια μεθαυριανή στροφή της ταξικής πάλης δεν μπορεί γίνει ακόμη και συστημικά χρήσιμο...

avanti_maestro

Ολόκληρη τη συνέντευξη του Π.Γκαργκάνα στο ΠΡΙΝ (5/2/12) μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Η Ε.Λ.Ε. δικαιώθηκε..............με το PSI

Χωρίς σχόλια....οι υπογραμμίσεις δικές μας

Λ.Βατικιώτης: «Το PSI δικαίωσε την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου»




«Λεόντιος συμφωνία υπέρ τραπεζών το PSI»




Ο κ. Βατικιώτης χαρακτηρίζει “λεόντιο συμφωνία υπέρ των τραπεζών και κατά του ελληνικού κράτους” το σχεδιασμό της τρόικας. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα όμως “δεν θα τη βγάλει καθαρή”, προσθέτει, καθώς πήρε μόνο μία μικρή παράταση ζωής. Σύντομα θα περάσει στα χέρια των μεγάλων τραπεζικών οργανισμών Γερμανίας και Γαλλίας, “με εξαίρεση ίσως την Εθνική Τράπεζα”. Οι τράπεζες ωστόσο “πρέπει να εθνικοποιηθούν”, τονίζει.

Στην ερώτηση “γιατί τόση πίεση από ΔΝΤ και Γερμανία για μείωση των επιτοκίων”, ο κ. Βατικιώτης απαντά ότι η απότομη στροφή “οφείλεται στο φόβο να μην επαναληφθεί το σενάριο της Αργεντινής”. Συνειδητοποίησαν πολύ αργά ότι η πολιτική λιτότητας που εφαρμόζει η ΕΕ εδώ και ένα χρόνο, οδηγεί στην “μη αποπληρωμή του χρέους”. Πολιτικές λιτότητας όμως που εφαρμόζονται σε επίπεδο κορυφής, καθώς το Europact plus ορίζει ότι οι μισθοί των χωρών της ΕΕ θα οδηγηθούν στα επίπεδα του βασικότερου ανταγωνιστή τους. “Και αυτή είναι η Κίνα”.

Σε ό,τι αφορά τα ταμεία, ο κ Βατικιώτης είναι ξεκάθαρος: “Μιλάμε για το τέλος του Ασφαλιστικού Συστήματος”, το οποίο θα απωλέσει 12 δισ. ευρώ. Το αποτέλεσμα θα είναι “να μείνει από ρευστό σε ένα με δύο χρόνια”. Ωστόσο, “δεν μπορούν τώρα να διαμαρτύρονται οι υπουργοί για την κατάσταση των ταμείων και ταυτόχρονα να υποστηρίζουν αυτήν την πολιτική λιτότητας και απομείωσης των αποθεματικών”. Τα ασφαλιστικά ταμεία οδηγήθηκαν στην κατάρρευση από την πολιτική που ακολουθήθηκαν όλα τα χρόνια.

Για το ζήτημα της χρήσης του Βρετανικού Δικαίου στα νέα ομόλογα που θα εκδοθούν, επισημαίνει ότι “αν ένας Άγγλος έλεγε ότι θα εκδώσει ομόλογα στο ελληνικό Δίκαιο θα τον αποκαλούσαν γελοίο, στην Ελλάδα αντίστοιχα τους αποκαλούμε φωστήρες”. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα δεν θα μπορεί πλέον να αλλάξει τους όρους της έκδοσης των ομολόγων (π.χ. αλλαγή ημερομηνίας που λήγουν). Με δεδομένο ότι θεωρεί πως είναι θέμα χρόνου να ξαναγίνει αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, ενώ παράλληλα θα μας αναγκάσουν να βγούμε από το ευρώ, το γεγονός ότι τα νέα ομόλογα θα είναι αδύνατο να “δραχμοποιηθούν” σημαίνει ότι το χρέος θα παραμείνει “εξαιρετικά δυσβάστακτο”.


«Το PSI δικαίωσε την Επιτροπή Λογιστικού Ελέγχου»


Το PSI είναι η απόδειξη ότι "δεν υπάρχουν ταμπού στα δημόσια οικονομικά". Όμως ο κ. Βατικιώτης επιμένει ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να διαπραγματεύεται το χρέος της ως κυρίαρχο κράτος. Το κύριο αίτημα της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου ήταν και παραμένει ότι πρέπει να ανοίξουν τα βιβλία του κράτους για να δούμε πόσα χρωστάμε, σε ποιους χρωστάμε και με τι όρους τα χρωστάμε. Η ΕΛΕ δεν απευθύνθηκε στην κυβέρνηση Παπανδρέου (τότε), ούτε ζήτησε να δημιουργηθεί άλλη μία εξεταστική επιτροπή στη βουλή, αλλά το αίτημά της εκφράζεται με κινηματικούς όρους. Ακόμη και το πρώτο δάνειο της τρόικας είναι πρακτικά παράνομο, αφού δεν έχει ακόμη καν ψηφιστεί στην ελληνική βουλή. «Το δάνειο αυτό πρέπει να πληρωθεί από τον κ. Παπακωνσταντίνου».

Η πρόσβαση στα δημόσια βιβλία χαρακτηρίζεται πολύ δύσκολη. Ακόμη και στον Ισημερινό, όπως μας επισήμανε ο κ. Βατικιώτης, όπου θέλησε ο ίδιος ο πρόεδρος της χώρας να το κάνει, έπεσε πάνω σε “άβατα”. Στην Ελλάδα τα “άβατα” διορίστηκαν απ' ευθείας από τα ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Παράδειγμα ο ΟΔΔΗΧ με επικεφαλής τον κ.Χριστοδούλου της GoldmanSachs, αλλά και η ΕΛΣΤΑΤ του κ. Γεωργίου, πρώην στελέχους του ΔΝΤ.

Ειδικότερα για το θέμα της ΕΛΣΤΑΤ, ο Λ. Βατικιώτης ισχυρίζεται ότι: «greek statistics υπήρχαν, όπως υπήρχαν και french statistics και austrian statistics κ.λπ. Κανείς δεν πληρούσε τα κριτήρια για να μπει στην Ευρωζώνη». Αλχημίες γίνονταν πριν, αλχημείες γίνονται και τώρα, μόνο που τώρα αποσκοπούν στην επιβολή της λιτότητας. Τρανταχτό το παράδειγμα του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής. Όταν έβγαλε ανακοίνωση πως η πορεία του χρέους είναι ανεξέλεγχτη, “πυροβόλησαν τον αγγελειοφόρο”. Απέλυσαν όλα τα διορισμένα από τον κύριο Παπακωνσταντίνου επιστημονικά στελέχη του.

«Να καταγγείλουμε τη Νορβηγία, γιατί είναι η 'Αλβανία της Ευρώπης'»

Οι προτάσεις της ΕΛΕ, συγκεκριμένα, είναι:

Η Ελλάδα θα πρέπει να βγει από την Ευρωζώνη και να κάνει παύση πληρωμών, αναγνωρίζοντας ότι η διαδικασία “δεν θα είναι βελούδινη”. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Βατικιώτη, έχει τις δυνατότητες να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού της, και τα δημόσια έσοδά της επαρκούν για να καλυφθούν οι κοινωνικές ανάγκες. Ως παράδειγμα έφερε την Ισλανδία που “παράγει μόνο μπακαλιάρο” και έκανε παύση πληρωμών, χωρίς να πεινάσει κανένας πολίτης. Στο ζήτημα της ενέργειας, θα πρέπει να απευθυνθούμε στο Ιράν για καύσιμα με μία προνομιακή συμφωνία που θα μας επιτρέπει την αποπληρωμή μετά από έξι ή οκτώ μήνες. Τέλος, οι τράπεζες θα κλείσουν για δύο ή τρεις ημέρες, καθώς θα πρέπει όμως να εμποδιστεί η φυγή κεφαλαίων, από την οποία ούτως ή άλλως έχει πληγεί η χώρα στην πιο “κρίσιμη οικονομική περίοδο”. Σε κάθε περίπτωση, όπως επισημαίνεται, οι καταθετικοί λογαριασμοί είναι εγγυημένοι. Για το κατά πόσο θα βρεθούμε μόνοι μας εκτός Ευρωζώνης, χρησιμοποιήθηκε το παράδειγμα της Νορβηγίας η οποία σύμφωνα με τα όσα λέγονται θα έπρεπε κι αυτή να χαρακτηρίζεται ως “Αλβανία της Ευρώπης”.

Στο ερώτημα για το “ποιος θα τα κάνει όλα αυτά”, ο Λ. Βατικιώτης τονίζει ότι ιστορικά “πρώτα διατυπώνεται το αίτημα και στη συνέχεια διαμορφώνονται οι πολιτικές δυνάμεις που το υλοποιούν”.
Σε ό,τι αφορά την επόμενη ημέρα, στόχος θα έπρεπε να είναι να μην έχουμε καθόλου εξωτερικό δανεισμό και να στραφούμε στην ανάγκη στον εσωτερικό. Το κίνημα που λέει σήμερα “Δεν πληρώνω” θα πρέπει να πει παράλληλα “Ποτέ ξανά διεθνής δανεισμός”.

Για τα κρατικά έσοδα υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω φορολογίας στις μεγάλες εταιρείες, καθώς η Ελλάδα χαρακτηρίζεται ως ένας ακόμη “φορολογικός παράδεισος”. Στην ερώτημα “γιατί δεν γίνονται τότε επενδύσεις”, ο κύριος Βατικιώτης εντοπίζει αλλού τις αιτίες. “Η σημαντικότερη αιτία που δεν ήρθαν επενδύσεις είναι γεωγραφική.Μία VW προτιμά να πάει στη Σλοβενία, όχι μόνο για τα τσακισμένα μεροκάματα, αλλά γιατί είναι δίπλα”. Ούτως ή άλλως, ακόμη κι αν έρχονταν επενδύσεις με τον τρόπο που θα έρχονταν (βλ. ειδικές φορολ. ζώνες) δεν θα άφηναν τίποτε στην ελληνική κοινωνία. Aκόμη και το επιχείρημα των “300 εκατομμυρίων καταναλωτών ελληνικών αγροτικών προϊόντων” μετατράπηκε σε “κατακλυσμό γερμανικών εισαγωγών στην Ελλάδα”.




via: Praxis

Κυβερνητισμός και αριστερά


Δημοσιεύουμε σήμερα ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο-σχόλιο του Traverso Rossa  σε ένα άρθρο του Γρηγόρη Δεμέστιχα.


Σχόλιο Traverso Rossa : 

Το κείμενο που αναρτούμε αποτελεί μια πολιτική τοποθέτηση απέναντι στην οποία στεκόμαστε πολιτικά , ιδεολογικά αλλά και από στρατηγική και τακτική άποψη κάθετα αντίθετοι. Δεδομένου ότι η γραμμή της αριστερής κυβέρνησης ως τακτική υποταγμένη σε μια "σοσιαλιστική" προοπτική αποτελεί κατά την γνώμη μας ιδεοληπτικός σχεδιασμός επι χάρτου, καθώς διαχρονικά -πόσο μάλλον- σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης είναι τελέιως ανέφικτο να βρεθεί η χρυσή τομή ανάμεσα σε έναν ωμό καπιταλισμό και σε ένα καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο που αντλεί την μυθοπλασία του από μια προηγούμενη καπιταλιστική φάση που πέρασε ανεπιστρεπτί. Είναι αυτονόητο για εμάς ότι στο κρίσιμο ταξικό σταυροδρόμι που βρισκόμαστε είναι απαραίτητο να αρθρωθεί μια συνολική πολιτική και ιδεολογική πρόταση επαναστατικής υπέρβασης του καπιταλισμού που θα αμφισβητήσει σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο τα "ιερά και τα όσια" του σύγχρονου καπιταλισμού. Χρειαζόμαστε δηλαδή μια άλλη εξουσία, μια εργατική εξουσία που θα επιβάλλει καθολική αναστροφή πορείας στην ιστορική εξέλιξη, γέννημα ενός εργατικού επαναστατικού ρεύματος, που θα θέσει το ζήτημα της επανάστασης όχι ως αίτημα για πολιτική ζύμωση αλλά ως ωμή ιστορική αναγκαιότητα.

Ωστόσο ανεξάρτητα από τις δικές μας διαφωνίες, θεωρούμε ότι το ερώτημα που θέτει το κείμενο απέναντι στις δυνάμεις της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας (ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ) είναι καθόλα νόμιμο. Αποτελεί και δικό μας ερώτημα ή καλύτερα και δική μας εκτίμηση ότι το φυσιολογικό, το έλλογο σενάριο-ανεξάρτητα από τις κατα καιρούς επαναστατικές κορώνες- είναι η εκλογική και και πολιτική σύμπλευση των εν λόγω πολιτικών χώρων καθώς η κοινή τους συνισταμένη που αφορά σε μια ήπια νεοκευνσιανή αντιμετώπιση του σύγχρονου κανιβαλλικού καπιταλισμού είναι αυτή που δίνει τον τόνο, και ταυτόχρονα αποτελεί την συγκολλητική ουσία που είναι σε θέση να καταστήσει δυνατή την υπέρβαση των επιμέρους περιφερειακών διαφωνιών που αφήνουν ωστόσο ανέγγιχτο πυρήνα της στρατηγικής πολιτικής συμφωνίας των μορφωμάτων που συναποτελούν το συγκεκριμένο πολιτικοιδεολογικό ρεύμα. Σε αυτό το πλαίσιο φυσικά και είναι εφικτή μια τέτοια συνάντηση, υπό το πρίσμα μιας πρότασης "αριστερής" κυβέρνησης, ως μια τακτική επιλογή απόρροια την συνολικής στρατηγικής συμφωνίας στην πλατφόρμα της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας.

Σε ότι αφορά στο ΚΚΕ, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά δεδομένου ότι η πολιτική του πρόταση και θέση απέχει πολύ απ το να χαρακτηρισθεί αριστερή σοσιαλδημοκρατία χωρίς από την άλλη να αποτελεί πρόταση επαναστατικού ξεπεράσματος του καπιταλισμού. Αποτελεί κυρίως μια πολιτική πρόταση και μια οικονομική θέση, που δεν πιστεύει στην ώριμη αναγκαιότητα αλλά κυρίως στην τωρινή ιστορική δυνατότητα του επαναστατικού προτάγματος, οδηγούμενο στην άρθρωση μιας μεταβατικής "σοσιαλιστικής" πλατφόρμας που όσο παραμένει αποψιλωμένη από κάθε επαναστατικό-κομμουνιστικό διακύβευμα καταλήγει σε μια εκλογική πρόταση ενός κατα τα άλλα αρκετά τίμιου μαχητικού ρεφορμισμού. Τα εν γένει πολιτικά, ιδεολογικά αλλά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά αυτού του ρεύματος πιθανότατα δεν θα του επιτρέψουν να συρθεί σε μια περιπέτεια συμπόρευσης με ένα υπόδειγμα αριστεράς , η σύμπλευση με το οποίο θα αλλοιώσει την πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα και θα διαταράξει την ισορροπία του τρόμου στο εσωτερικό του κόμματος. Το ΚΚΕ έχει μόνο να χάσει από ένα τέτοιο σενάριο και θεωρούμε ότι στοιχειώδεις λόγοι αυτοσυντήρησης θα το κρατήσουν μακριά από κάθε ανάλογο ενδεχόμενο.


Εν κατακλείδι το εν λόγω κείμενο εκφράζει μια λογική απορία προς τα μορφώματα της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας αναφορικά με την καθυστέρηση που παρατηρείται στην συγκρότηση μιας "αριστερής" κυβερνητικής πρότασης. Πιστεύουμε ότι οι απορίες θα λυθούν σύντομα και οι απαντήσεις θα δοθούν από τους ίδιους του πρωταγωνιστές του ¨μεγάλου κόλπου¨ της ρεφορμιστικής-σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης των δυνάμεων της πρώην αντικαπιταλιστικής, ριζοσπαστικής αριστεράς... 


Πηγή : Τζέκυλ και Χάιντ

του Γρηγόρη Δεμέστιχα


Το ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας έχει τεθεί από τις πολιτικές εξελίξεις, και η Αριστερά οφείλει να αντιμετωπίσει την πρόκληση, οικοδομώντας τη συµπαράταξη της Αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ), διεκδικώντας την κυβέρνηση της Αριστεράς, που στηριγµένη στους ακόµα πιο αναγκαίους µαζικούς αγώνες, µπορεί να ανοίξει το δρόµο για την ανατροπή της καπιταλιστικής επίθεσης. Ασφαλώς η πρόταση αυτή έχει κινδύνους για µεγάλα σφάλµατα όπως έδειξαν οι εμπειρίες της Χιλής του Αλιέντε, ή της Κύπρου σήμερα. Μπορεί να τεθεί προς συζήτηση µόνο ως τακτικός στόχος, στη βάση µιας συγκεκριµένης ανάλυσης των συγκεκριµένων συνθηκών και όχι ως στρατηγικός στόχος της Αριστεράς, η οποία οφείλει να παραµένει προσηλωµένη στη διεκδίκηση του σοσιαλισµού, της εργατικής δηµοκρατίας. 

«Η  δική μας πρόταση εξουσίας δεν είναι μια θνησιγενής “αριστερή κυβέρνηση”, αλλά η εργατική δημοκρατία» (Εφημερίδα «Πριν», 7/1/2012).

Η ανάγκη να απαντήσουμε στο ζήτημα της κυβερνητικής εξουσίας έχει τεθεί από τις πολιτικές εξελίξεις. Όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς –αλλά και το ευρύτερο κίνημα αντίστασης– συμμετείχαν με πάθος στην πάλη για την ανατροπή της κυβέρνησης του ΓΑΠ. Όλοι σήμερα δεσμευόμαστε στο κάλεσμα για άμεση ανατροπή της κυβέρνησης Παπαδήμου.
Όμως πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ποια κυβέρνηση μπορεί να αντικαταστήσει την «τρικομματική» μέσα στις σημερινές συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες και από τη σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων; Η απάντηση του ΣΥΡΙΖΑ και το κάλεσμα του Αλ. Τσίπρα για μια «κυβέρνηση της Αριστεράς» που θα στηρίζεται σε μια προωθημένη «συμπαράταξη» των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φαίνεται να συγκινεί πολύ κόσμο. Η δημοσκοπική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζεται αρκετά στην πολιτική διεισδυτικότητα της πρότασης αυτής.

Ιδεολογική ζύμωση 

Οι σύντροφοι του ΝΑΡ –μέσω του «Πριν»– βιάστηκαν να την απορρίψουν. Και το έκαναν με χοντροκομμένο τρόπο.
Η θέση του «Πριν», που προαναφέραμε, είναι ιδεολογική και όχι πολιτική. Το ΝΑΡ, σωστά, κριτικάρει το ΚΚΕ ότι «αποσυνδέει πλήρως την τακτική από τη στρατηγική». Όμως εξίσου λάθος είναι και το αντίστροφο: η υποκατάσταση της τακτικής από τη στρατηγική, που οδηγεί στην ιδεολογική ζύμωση αντί της πολιτικής πάλης. Όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να υποστηρίζουν τη στρατηγική της «εργατικής δημοκρατίας», όμως η κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη μπορεί να τεθεί ως πολιτικός στόχος μόνο σε συγκεκριμένες συνθήκες. Στοιχειώδης επίγνωση των κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών δύναμης οδηγεί στην εκτίμηση ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι στην «ατζέντα» των επόμενων εβδομάδων ή μηνών.
Το ίδιο το «Πριν» έχει γνώση του προβλήματος. Περιγράφοντας τι μπορεί να συμβεί στις άμεσα ερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, υπογραμμίζει: «Ο λαός θα ενισχύει την Αριστερά, στο τέλος όμως θα προκύπτουν παραλλαγές της σημερινής συγκυβέρνησης Παπαδήμου από τα φθαρμένα αστικά πολιτικά κόμματα. Η Αριστερά θα δεχθεί ισχυρότατη πίεση. Αν μάλιστα αυτό επαναληφθεί, τότε αυτή θα κινδυνεύει να συνθλιβεί ως περιττή και ο λαός για απροσδιόριστο διάστημα να γονατίσει». Η περιγραφή είναι ακριβής και συμφωνούμε απολύτως. Μόνο που θα πρέπει να βρούμε –όλοι μαζί– τον τρόπο που θα διακόπτει και θα ανατρέπει αυτό το εκκρεμές της διατήρησης της πολιτικής ηγεμονίας των «φθαρμένων αστικών κομμάτων».

Κυβερνητική απάντηση

Στην πραγματικότητα το «Πριν» αναγνωρίζει και στο προγραμματικό πεδίο την ανάγκη κυβερνητικής απάντησης της Αριστεράς. Στο ίδιο αφιέρωμα (για τον «αδύναμο αριστερό κυβερνητισμό») προτείνει το εξής πρόγραμμα: «Παύση πληρωμών του χρέους, άρση των ιδιωτικοποιήσεων, δημόσια και δωρεάν υγεία και παιδεία, άμεση έξοδο από το ευρώ, έξοδο από την ΕΕ, εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, ενίσχυση του εργατικού εισοδήματος». Είναι μια θετική πρόταση προς συζήτηση. Όμως δεν είναι ένα πρόγραμμα «εργατικής δημοκρατίας», αφού δεν θίγει το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ούτε ριζικά το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, με πρόταση για κάποια μορφή εργατικών συμβουλίων (σοβιέτ).
Στην πραγματικότητα το «Πριν» προτείνει ένα πρόγραμμα κυβέρνησης της Αριστεράς, με στόχο την ανατροπή της σημερινής επίθεσης του κεφαλαίου, που θα μπορούσε –υπό προϋποθέσεις– να ανοίξει το δύσκολο δρόμο για το σοσιαλισμό και τη διεκδίκηση –τελικά– της εργατικής δημοκρατίας.
Το βασικό πρόβλημα αυτής της διγλωσσίας είναι ότι συσκοτίζει ένα ήδη δύσκολο ζήτημα τακτικής και κάνει ακόμα πιο δύσκολες τις επιλογές στις αναγκαίες πολιτικές πρωτοβουλίες και συμμαχίες.
Μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης και της νεολαίας έχουν πάρει το δρόμο της ανατροπής του μνημονίου, της βάρβαρης καπιταλιστικής επιθετικότητας και των αντίστοιχων κυβερνήσεων. Για να συνεχίσουν τον αγώνα τους, έχουν ανάγκη από πολιτική πρόταση, από πολιτική προοπτική, που να εμπεριέχει το ζήτημα της κυβέρνησης που θα τεθεί (εκλογικά) στον άμεσο πολιτικό χρόνο.

Συμπαράταξη

Γνώμη μας είναι ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν να αντιμετωπίσουν την πρόκληση: Να οικοδομήσουν τη συμπαράταξη της Αριστεράς (ΚΚΕ-ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ), να διεκδικήσουν την κυβέρνηση της Αριστεράς, που στηριγμένη στους ακόμα πιο αναγκαίους μαζικούς αγώνες, μπορεί να ανοίξει το δρόμο για την ανατροπή της καπιταλιστικής επίθεσης. Αλλιώς η Αριστερά κινδυνεύει «να συνθλιβεί ως περιττή» και ο λαός «να γονατίσει για απροσδιόριστο διάστημα».
Ασφαλώς η πρόταση αυτή έχει κινδύνους για μεγάλα σφάλματα. Το 1973 στη Χιλή, η κυβέρνηση της Αριστεράς του Σ. Αλιέντε οδήγησε ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα στη σφαγή. Στην Κύπρο σήμερα, η κυβέρνηση της Αριστεράς του Χριστόφια κάνει πολιτικά εγκλήματα, τόσο στο κοινωνικό-οικονομικό πεδίο, όσο και στο γεωπολιτικό, με τη συμμαχία με το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ.
Σε αυτά τα κρίσιμα ζητήματα αναδεικνύονται οι αρετές των απόψεων των σ. του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Γιατί, όπως σωστά υπογραμμίζει το «Πριν», «η κυβέρνηση κατάληξε τελικός και όχι ενδιάμεσος στόχος της Αριστεράς».

Κεντροαριστερά;

Η στρατηγική του κυβερνητισμού έχει πληρωθεί πολύ ακριβά από την Αριστερά. Στη Γαλλία και την Ιταλία οδήγησε στη διάλυση τα κάποτε πανίσχυρα ΚΚ, με τα εκατομμύρια μελών μέσα στο εργατικό κίνημα.
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να τεθεί προς συζήτηση μόνο ως τακτικός («ενδιάμεσος») στόχος, στη βάση μιας συγκεκριμένης ανάλυσης των συγκεκριμένων συνθηκών και όχι ως στρατηγικός («τελικός») στόχος της Αριστεράς, που οφείλει να παραμένει προσηλωμένη στη διεκδίκηση του σοσιαλισμού, της εργατικής δημοκρατίας.
Οι θέσεις αυτές δεν είναι αφηρημένες, έχουν άμεση πολιτική αξία. Αυτό φαίνεται στην κίνηση και στα λάθη της ηγεσίας του ΣΥΝ.
Είναι άλλο πράγμα η διεκδίκηση της ανακοπής και τελικά της ανατροπής της επίθεσης του κεφαλαίου και άλλο η ουτοπία μιας θετικής εναλλακτικής διαχείρισης της κρίσης του συστήματος, με «ανθρώπινο πρόσωπο». Τέτοιος δρόμος δεν υπάρχει και όσοι τον υποστηρίζουν καταλήγουν να επαναφέρουν από την πίσω πόρτα προτάσεις σοσιαλδημοκρατικοποίησης της Αριστεράς.
Το πρόγραμμα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς (ακόμα και αυτό που προτείνει το «Πριν») αποτελεί μια ασταθή και προσωρινή ισορροπία. Μια ισορροπία καταδικασμένη να ανατραπεί: Είτε από τα αριστερά, με την κίνηση του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς προς τη σοσιαλιστική αλλαγή. Είτε από δεξιά, με τη φθορά της κυβέρνησης και την ανάκτηση της πρωτοβουλίας από τα «φθαρμένα αστικά κόμματα». Οι πιέσεις αυτές, που εκδηλώθηκαν στη Χιλή παλιότερα, στην «πληθυντική Αριστερά» στη Γαλλία, ή στην Κύπρο σήμερα («υπαγορεύοντας» τις προδοσίες στο ΑΚΕΛ…) δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποτιμηθούν.

Συμμαχίες

Η έλλειψη καθαρότητας σε αυτά τα ζητήματα στρατηγικής εκδηλώνονται συνήθως με παλινωδίες στα ζητήματα των συμμαχιών. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδεχθεί την πρόταση για «κυβέρνηση της Αριστεράς» στη βάση των συμμαχιών που περιγράφει ο όρος «συμπαράταξη της Αριστεράς». Που σημαίνει ότι αυτός ο (έτσι κι αλλιώς δύσκολος) στόχος μπορεί να επιχειρηθεί μόνο στη βάση μιας συμμαχίας μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μιας συμμαχίας που σήμερα φαίνεται ανέφικτη, αλλά που θα συζητηθεί με διαφορετικούς όρους την επομένη των επερχόμενων εκλογών, που πιθανότατα θα αποτελούν την πρώτη από μια σειρά διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων.
Όμως η ηγεσία του ΣΥΝ έχει ανοιχθεί στις συμμαχίες με τους «πασοκογενείς». Η Ενωτική Κίνηση, του Ν. Κοτζιά, ανακοίνωσε «πρωτοβουλία» για συμμαχία μεταξύ «πασοκογενών»-ΣΥΡΙΖΑ-ΔΗΜΑΡ και Οικολόγων. Αν η ηγεσία του ΣΥΝ προχωρήσει στην κατεύθυνση αυτή, θα κάνει καθαρό ότι μετατοπίζεται πολιτικά προς τον κεντροαριστερό κυβερνητισμό.
Θα είναι ένα σημαντικό πολιτικό λάθος, συντηρητικού χαρακτήρα, στο οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί και δεν πρέπει να ακολουθήσει, τουλάχιστον ως ενιαίος σχηματισμός.